Γλώσσα-Lingua-Language: 
Hellenic Italiano English
 
2006-2011    |    2012-2013    |    2014-2015    |    2016-2017

  • ΛΟΓΟΙ & ΜΗΝΥΜΑΤΑ
  • ΥΛΗ
  • ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ
  • ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2015
  • ΜΗΝΥΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2015
  • ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ, ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ 2015
  • ΜΗΝΥΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ, ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ 2015
  • ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2014
  • ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ, ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ 2015
  • ΜΗΝΥΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2014
  • ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ, ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ 2014
  • ΜΗΝΥΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ, ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ 2014
  • ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ, ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ 2014
 

Ἀριθμ. Πρωτ. 1172

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ
ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ
ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ἡ γλυκύτης τῆς Ἁγίας Νυκτὸς τῶν Χριστουγέννων περιβάλλει καὶ πάλιν τὸν κόσμον. Καὶ ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρωπίνων καμάτων καὶ πόνων, τῆς κρίσεως καὶ τῶν κρίσεων, τῶν παθῶν καὶ τῶν ἐχθροτήτων, τῶν ἀνησυχιῶν καὶ τῶν ἀπογοητεύσεων, προβάλλει μὲ τὴν ἰδίαν ὡς καὶ ἄλλοτε γοητείαν, πραγματικὸν καὶ σύγχρονον ὅσον ποτέ, τὸ μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ, προτρεπόμενον ἵνα «δικαιοσύνην μάθωμεν οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς» (πρβλ. Ἠσ. κς΄, 9), ὅτι «ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον Σωτήρ» (Λουκ. β΄, 11).

Ἀτυχῶς, ὅμως, κατὰ τὴν ἐποχήν μας, πολλοὶ ἄνθρωποι σκέπτονται ὅπως ὁ ἐκτελεστὴς ἐκεῖνος τῶν νηπίων Ἡρώδης, ὁ ἄνομος καὶ ἀδίστακος, καὶ ἐξολοθρεύουν τοὺς συνανθρώπους των διὰ ποικίλων τρόπων. Ὁ στρεβλωμένος ἀπὸ τὴν ἐγωκεντρικότητά του νοῦς τοῦ ἐξουσιαστοῦ τοῦ κόσμου τούτου, ὁ ὁποῖος προσωποποιεῖται εἰς τὸ φονικὸν πρόσωπον τοῦ Ἠρώδου, εἶδε παραδόξως κίνδυνον διὰ τὴν ὑπόστασίν του τὴν γέννησιν ἑνὸς ἀθώου Παιδίου. Καὶ ὡς καταλληλότερον τρόπον διὰ τὴν προφύλαξιν τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας του ἀπὸ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἐνέπνεεν εἰς αὐτόν –κατὰ τὴν ἄποψίν του- ἡ γέννησις τοῦ Παιδίου, ἐπέλεξε τὴν ἐξολόθρευσίν του.

Διὰ νὰ σωθῇ ἀπὸ τὰς φονικὰς διαθέσεις τὸ Βρέφος Ἰησοῦς, διὰ τὸ ὁποῖον ὡμίλησαν οἱ Ἄγγελοι, ἠναγκάσθη νὰ φύγῃ εἰς Αἴγυπτον, καταστὰν οὕτω, θὰ ἐλέγομεν μὲ τὴν ὁρολογίαν τῆς ἐποχῆς μας, «πολιτικὸς πρόσφυξ», ὁμοῦ μετὰ Μαρίας τῆς Μητρὸς Αὐτοῦ, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ τοῦ μνήστορος Ἰωσήφ.

Εἰς τὴν ἐποχήν μας, θεωρουμένην ὡς ἐποχὴν προόδου, πολλὰ παιδία ἀναγκάζονται νὰ καταστοῦν πρόσφυγες ἀκολουθοῦντα τοὺς γονεῖς των διὰ νὰ σώσουν τὴν ζωήν των, τὴν ὁποίαν ὑποβλέπουν ποικιλώνυμοι ἐχθροί των. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἀποτελεῖ ὄνειδος διὰ τὸ ἀνθρώπινον γένος.

Διὸ καὶ ἐπὶ τῇ Γεννήσει τοῦ Παιδίου Ἰησοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ λυτρωτοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, διακηρύττομεν ἀπὸ τοῦ Ἁγιωτάτου Ἀποστολικοῦ καὶ Πατριαρχικοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὅτι αἱ κοινωνίαι πᾶσαι πρέπει νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἀσφαλῆ ἀνάπτυξιν τῶν παιδίων καὶ νὰ σεβασθοῦν τὸ δικαίωμά των εἰς τὴν ζωήν, εἰς τὴν παιδείαν καὶ εἰς τὴν κανονικὴν ἀνάπτυξίν των, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ ἀνατροφὴ καὶ διαπαιδαγώγησίς των ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς παραδοσιακῆς οἰκογενείας, μὲ βάσιν τὰς ἀρχὰς τῆς ἀγάπης, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς εἰρήνης, τῆς ἀλληλεγγύης, ἀγαθῶν τὰ ὁποῖα κομίζει εἰς ἡμᾶς σήμερον ὁ δι᾿ ἡμᾶς σαρκωθεὶς Κύριος.

Ὁ τεχθεὶς Σωτὴρ καλεῖ ὅλους νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ μήνυμα τοῦτο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν μακρὰν ἀνθρωπίνην ἱστορίαν οἱ λαοὶ ἐπραγματοποίησαν πολλὰς μετακινήσεις καὶ ἐποικισμούς. Ἠλπίζομεν ὅμως ὅτι, μετὰ τοὺς δύο παγκοσμίους πολέμους καὶ τὰς περὶ τῆς εἰρήνης διακηρύξεις ἐκκλησιαστικῶν καὶ πολιτικῶν ἡγετῶν καὶ ὀργανισμῶν, αἱ σύγχρονοι κοινωνίαι θὰ ἠδύναντο νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν εἰρηνικὴν διαβίωσιν τῶν ἀνθρώπων εἰς τὰς χώρας των. Ἀτυχῶς, τὰ γεγονότα διαψεύδουν τὴν ἐλπίδα, διότι μεγάλαι μᾶζαι ἀνθρώπων πρὸ τῆς ἀπειλῆς τῆς ἐξολοθρεύσεώς των ἀναγκάζονται νὰ λάβουν τὴν πικρὰν ὁδὸν τῆς προσφυγιᾶς.
Ἡ διαμορφουμένη αὕτη κατάστασις, μὲ τὸ διαρκῶς ὀγκούμενον κῦμα τῶν προσφύγων, αὐξάνει τὰς εὐθύνας ἡμῶν, ὅσων ἔχομεν εἰσέτι τὴν εὐλογίαν νὰ ζῶμεν εἰρηνικῶς καὶ μὲ κάποιαν ἄνεσιν, νὰ μὴ μένωμεν ἀναίσθητοι ἐνώπιον τοῦ καθημερινοῦ δράματος χιλιάδων συνανθρώπων μας, ἀλλὰ νὰ ἐκφράσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἔμπρακτον ἀλληλεγγύην καὶ ἀγάπην μας, μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι κάθε εὐεργεσία πρὸς αὐτοὺς ἀποβαίνει εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ τεχθέντος καὶ σάρκα λαβόντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ὄχι ὡς βασιλεύς, ὄχι ὡς ἐξουσιαστής, ὄχι ὡς δυνάστης, ὄχι ὡς πλούσιος, ἀλλὰ ἐτέχθη ὡς γυμνὸν καὶ ἀνυπεράσπιστον Βρέφος, εἰς σμικρὸν σταῦλον, ἄνευ ἑστίας, ὅπως ζοῦν αὐτὴν τὴν στιγμὴν χιλιάδες συνανθρώπων μας, καὶ ἠναγκάσθη ἐκ τῶν πρώτων ἐτῶν τῆς ἐπιγείου ζωῆς Του νὰ ξενιτευθῇ εἰς χώραν μακράν, διὰ νὰ σωθῇ ἐκ τοῦ μίσους τοῦ Ἡρώδου. Τῶν νηπίων τῶν σημερινῶν προσφύγων, θὰ ἐλέγομεν, τὸ ἀθῷον αἷμα ἡ γῆ καὶ ἡ θάλασσα πίνουν, τοῦ δὲ Ἡρώδου ἡ ἀνασφαλὴς ψυχή «τὸ κρῖμα ἐδέξατο».

Αὐτὸ τὸ τεχθὲν καὶ εἰς Αἴγυπτον πορευόμενον Θεῖον Βρέφος εἶναι ὁ πραγματικὸς ὑπερασπιστὴς τῶν σημερινῶν προσφύγων, τῶν διωκομένων ὑπὸ τῶν συγχρόνων Ἡρωδῶν. Αὐτό, τὸ Βρέφος Ἰησοῦς, ὁ Θεὸς ἡμῶν, «ἐγένετο τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής» (πρβλ. Α΄ Κορ. θ΄, 22), σύμμορφον πάντων ἡμῶν, τῶν ἀδυνάτων, τῶν ἐξουθενημένων, τῶν κινδυνευόντων, τῶν προσφύγων. Ἡ συμπαράστασις καὶ ἡ βοήθεια ἡμῶν πρὸς τοὺς διωκομένους καὶ ἐκτοπιζομένους συνανθρώπους μας, ἀνεξαρτήτως φυλῆς, γένους καὶ θρησκείας, θὰ εἶναι διὰ τὸν τεχθέντα Κύριον δῶρα πολυτιμότερα τῶν δώρων τῶν μάγων, θησαυροὶ τιμιώτεροι «χρυσοῦ καὶ λιβάνου καὶ σμύρνης» (πρβλ. Ματθ. β΄, 11), πλοῦτος πνευματικὸς ἀναφαίρετος καὶ μόνιμος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ φθαρῇ ὅσοι αἰῶνες καὶ ἐὰν παρέλθουν, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἀναμένῃ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν.

Ἂς προσφέρωμεν ἕκαστος ὅ,τι δυνάμεθα εἰς τὸν ἐν τῷ προσώπῳ τῶν προσφύγων ἀδελφῶν μας ὁρώμενον Κύριον. Ἂς προσφέρωμεν εἰς τὸν ἐν Βηθλεὲμ τικτόμενον σήμερον μικρὸν Χριστὸν αὐτὰ τὰ τίμια δῶρα τῆς ἀγάπης, τῆς θυσίας καὶ τῆς φιλανθρωπίας, μιμούμενοι τὴν Αὐτοῦ εὐσπλαγχνίαν, καὶ ἂς προσκυνήσωμεν Αὐτὸν μετὰ τῶν ἀγγέλων, τῶν μάγων, τῶν ἁπλοϊκῶν ποιμένων, κράζοντες τό «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β΄, 14), σὺν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις.

Ἡ χάρις καὶ τὸ πλούσιον ἔλεος τοῦ πρόσφυγος Βρέφους Ἰησοῦ εἴησαν μετὰ πάντων ὑμῶν!
Χριστούγεννα ‚βιε΄
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

 

 

 
 

ΜΗΝΥΜΑ
ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΙΤΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΛΙΤΗΣ
κ.κ. ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ
ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ 2015


Ἐκλεκτοί καί περιπόθητοι ἀδελφοί

τῆς Ὀρθοδόξου Μητροπόλεως Ἰταλίας καί Μελίτης,

«Μή φοβεῖσθε»: Μήνυμα Θεϊκόν, μήνυμα Ἀγγελικόν, μήνυμα ἐπίκαιρον, μήνυμα ὑψίστης σημασίας διά τόν ἄνθρωπον, διά τόν ὁποῖον ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρ τῆς ἀνθρωπότητος. Μήνυμα χαρᾶς, ἀγαλλιάσεως, σωτηρίας καί ζωῆς. Μέσα εἰς τήν ἀνάδελφον καί ἀδιάφορον σημερινήν ἀνθρωπότητα, ἡ ὁποία μαστίζεται, ἀλλά καί θανατοῦται μέ πολλούς τρόπους, ὁ Ἄγγελος τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης, ἀπό τό Σπήλαιον καί τήν Φάτνην, ἔνθα κατεδέχθη νά γεννηθῇ ὁ Χριστός, διά νά σώσῃ τόν ἄνθρωπον καί τόν ἀναβιβάσῃ εἰς τόν Θρόνον του, διά νά τόν κάμῃ μακάριον καί αἰώνιον μέσα εἰς τήν Βασιλείαν Του, φέρει εἰς αὐτόν τήν ἐκπληκτικήν καί χαρμόσυνον εἴδησιν, τό δυναμικόν μήνυμα τῆς συνεχίσεως τῆς κατά Χριστόν ζωῆς: «Μή φοβεῖσθε». Ὁλόφωτος, ἀκτινοβόλος, ὡς οὐράνια καί ὑπερκόσμιος παρουσία, ἀπό τόν Θεόν ἀπεσταλμένος ὁ Ἄγγελος, «εὐαγγελίζεται χαράν μεγάλην, ἥτις ἔσται ἐν παντί τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ ... Χριστός, Κύριος».

«Μή φοβεῖσθε» ἀδελφοί μου περιπόθητοι, ἀπό τούς δύσκολους, ἀπό τούς ἀδιάφορους, ἀπό τούς φανατικούς, ἀπό τούς ὀργισμένους, ἀπό τούς ἀνάδελφους, ἀπό τούς ἀσώτους καί τούς συκοφάντας προδότας, διότι ὁ Χριστός, ὁ «Κύριος καί Θεός» μας, δέν μᾶς ἐγκαταλείπει, οὐδένα ἐγκαταλείπει, ἀλλά ὅλους θέλει σωθῆναι, διότι πάντοτε εἶναι μαζί μας: «Χαρά μεγάλη ... παντί τῷ λαῷ».

«Μή φοβεῖσθε», ἀφωσιωμένα καί εὐλογημένα Τέκνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου καί γνήσια καί πιστά μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Μητροπόλεως Ἰταλίας καί Μελίτης, διότι ἐγεννήθη ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος ἐν Βηθλεέμ, ἐγεννήθη ὡς «πᾶσι προσιτός ἄνθρωπος, ὁμοίῳ τόν ὅμοιον καλέσας» (Ἀκάθιστος Ὕμνος). Ἦλθε, διά νά εἶναι πάντοτε μαζί μας καί ἐκάλεσεν ὅλους μας εἰς τήν σωτηρίαν καί τήν βασιλείαν του. Ὁ Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εὐαγγελίζεται εἰς τούς Ποιμένας τό «Μή φοβεῖσθε», μέ τήν λαμπροτάτην εὐκαιρίαν τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, φέρει μήνυμα δυνάμεως, φέρει τό μήνυμα τῆς χάριτος, τό μήνυμα τῆς ζωῆς, τό μήνυμα τῆς παρουσίας τῆς σωτηρίας εἰς τόν κόσμον, τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ μοναδική ἐλπίς τοῦ κόσμου καί εἰς Αὐτόν «ἐδόθη πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (Ματθ. 28,18).

«Μή φοβεῖσθε»: Μιμηθῶμεν τούς Ποιμένας, οἱ ὁποῖοι ἀγάλλονται καί χαίρουν «χαράν μεγάλην», ἀκούοντες τήν φωνήν τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ. Τό Ἀγγελικόν μήνυμα νικᾷ τήν ματαιότητα καί τήν μισαλοδοξίαν. Δέχονται οἱ Ποιμένες τό Σπήλαιον καί τήν Φάτνην: ἀντί τῆς ὕλης καί τῆς φιλοδοξίας, τά ἀνάκτορα καί τήν κοσμικήν ἐξουσίαν, ἀναπαύουν μέσα εἰς τάς καρδίας των τό «Παιδίον τῆς Βηθλεέμ», καί, μάλιστα, τρέχουν διά νά προσκυνήσουν καί προσφέρουν τήν λατρείαν των, μή φοβούμενοι τόν «βρεφοκτόνον καί παιδοκτόνον» Ἠρώδην, ἀλλά καί μή δίδοντες σημασίαν εἰς τάς ἐχθρικάς φήμας κατά τοῦ Χριστοῦ. Οἱ Ποιμένες, μέ ὁδηγόν τόν ἀστέρα, ταπεινοί, εὐδιάθετοι, ἀπλούστατοι καί πιστοί εἰς τόν ἀναμενομένον Μεσσίαν καί Λυτρωτήν, ἀνατενίζουν μέ δέος ἱερόν τό θέαμα καί ἔκπληκτοι θαυμάζουν καί τρέχουν νά προσκυνήσουν τόν Θεάνθρωπον, τόν Τελειωτήν τῆς Πίστεως καί τῆς Σωτηρίας μας Ἰησοῦν Χριστόν.

Εἶδον τόν ἀπεσταλμένον ἀπό τόν οὐρανόν. Εἶδον μίαν φωτεινήν πτυχήν τοῦ οὐρανίου κόσμου. Μέ τόν τρόπον αὐτόν τῆς πίστεως καί τῆς ἀληθινῆς προσκυνήσεως, οἱ Ποιμένες δέν ἔδωσαν εἰς Ἐκεῖνον, Ὅστις ἄφησε τόν οὐρανόν καί ἦλθεν εἰς τήν γῆν ὡς ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς, μίαν μικράν γωνίαν τῆς καρδίας των, δέν ἔδωσαν εἰς Ἐκεῖνον, Ὅστις ἄφησε τήν δόξαν Του «παρά τῷ Πατρί», καί ἔγινε ταπεινός, μίαν δευτερεύουσαν θέσιν, ἀλλά ἔδωσαν τό κέντρον τῆς καρδίας των, ὁλόκληρον τήν ζωήν των.

Ἰδού, ἀδελφοί μου Ὀρθόδοξοι, τό «Μή φοβεῖσθε» τοῦ Ἀγγέλου, τό ὁποῖον ἤκουσαν πρῶτοι, μέ χαράν, οἱ πτωχοί καί γενναῖοι Ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἔτρεξαν μέ προθυμίαν διά νά προσφέρουν τήν προσκύνησιν καί λατρείαν των εἰς τόν «Θεόν ἐνανθρωπήσαντα», λαμβάνουν τήν Ἄνωθεν δύναμιν καί τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ, γίνονται ἥρωες καί μάρτυρες τοῦ ὑπερφυσικοῦ γεγονότος τῆς Γεννήσεως, διότι μέσα εἰς τήν καρδίαν των κυριαρχεῖ ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἔγινεν ὁ ἄξων τῆς ἰσχύος των καί ἡ πυξίς τῆς πορείας τῆς ζωῆς των, οὐδένα φοβούμενοι. Τό «μή φοβεῖσθε» τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Θεοῦ σώζει κάθε ἄνθρωπον, ὀ ὁποῖος προστρέχει μέ πίστιν καί ἀγάπην εἰς τόν σωτῆρα τοῦ κόσμου, ἀκόμη καί ὅταν δέν εὕρῃ ἀνοικτήν τήν θύραν. Στενά δρομάκια, ἀπόμερα, χωρίς παλάτια καί λεωφόρους, ἦτο ἡ πορεία τῶν Ποιμένων. Δέν εἶναι ἡ Ρώμη ὁ τόπος τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ κοσμοκράτειρα, οὔτε ἔρχεται εἰς τά Ἱεροσόλυμα ἡ Παναγία Παρθένος, ἡ ὁποία «ἀνέκλινεν αὐτόν ἐν τῇ Φάτνῃ». Ὅμως, ἐάν εἰς ἕνα ἀπό τούς δύο τόπους ἦτο ὁ τόπος τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, ὁπωσδήποτε θά ἦτο, ὅλως ἰδιαιτέρως, δύσκολον νά εὑρεθοῦν μέσα εἰς τάς μεγάλας καί φημισμένας αὐτάς πόλεις, λόγῳ τοῦ ἐπαγγέλματος, ἀλλά καί λόγῳ τοῦ ἀπλοῦ φρονήματος, τῆς ταπεινώσεως καί τῆς σεμνότητος αὐτῶν.

Τό θαῦμα γίνεται καί εἰς αὐτό συμπεριλαμβάνονται οἱ Ποιμένες, οἱ ὁποῖοι βλέπουν, προσκυνοῦν καί λατρεύουν τόν Θεάνθρωπον Σωτῆρα Χριστόν. Ἀμείβεται ἡ προθυμία, ἡ διάθεσις, ἡ καθαρότης τῆς καρδίας, ἡ γενναιότης, τό ἀνεπίληπτον τῆς ζωῆς, ἡ προσευχή των. Εἶναι τά δῶρα τῆς ἀγάπης καί τῆς εἰρήνης, τά ὁποῖα οἱ Ποιμένες προσφέρουν εἰς τόν Φιλάνθρωπον Θεόν. Εἶναι τά δῶρα, τά ὁποῖα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν δύναται νά προσφέρῃ εἰς τόν Πανοικτίρμονα Θεόν καί Λυτρωτήν τοῦ κόσμου.

Εἰς τάς ἐπικινδύνους καί ἀπεγνωσμένας αὐτάς ἡμέρας, τάς ὁποίας διερχόμεθα ἔμφοβοι καί ἀναστατωμένοι, ἡ προσευχή εἶναι δεξαμενή δυνάμεως καί χάριτος, διό καί προσεύχομαι ἀδιαλείπτως, πρό τῆς θαυματουργοῦ Εἰκόνος τοῦ Παντοκράτορος, ἡ ὁποία φυλάσσεται εἰς τόν ἐν Βενετίᾳ ἱστορικόν καί μεγαλοπρεπέστατον Μητροπολιτικόν Ναόν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Ἑλλήνων, ὑπέρ ὅλων, οἱ ὁποῖοι διώκονται καί ὑποφέρουν ἀδίκως, ὑπέρ τῶν αἰχμαλώτων, φυλακισμένων, ἀναπήρων, ἀρρώστων, τῶν ἐχόντων πάσης ἀνάγκης. Πρό τοῦ Ἁγίου Θυσιαστηρίου εὑρισκόμενος, προσεύχομαι καί ὑπέρ τῆς καταπαύσεως τῶν πολέμων καί τῆς παγκοσμίου κρίσεως, τῆς διαφθορᾶς καί τῆς ἀληθινά πληγωμένης ἀξιοπρεπείας τοῦ ἀνθρώπου. Ἀναπέμπομεν δεήσεις καί ἱκεσίας διά τήν εὕρεσιν ἀξιοπρεποῦς λύσεως διά τό μεταναστευτικόν πρόβλημα, τό ὁποῖον ἀγγίζει καί τήν Ὀρθόδοξον Μητρόπολιν, ἡ ὁποία ἀγωνίζεται, μέ τήν δύναμιν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, μέσα εἰς τά πλαίσια τῶν δυνατοτήτων της. Προσευχόμεθα ὑπέρ τῶν Νέων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος. Τέλος, παρακαλῶ τόν Πανάγαθον καί Παντοδύναμον Θεόν ὅπως φωτίσῃ τούς Ἄρχοντας καί ὑπευθύνους, διά νά ἐργασθοῦν δικαίως καί δραστηρίως διά τήν εἰρηνικήν συμβίωσιν τῶν λαῶν καί τήν προστασίαν τῶν πτωχῶν, ἀλλά καί νά φωτίσῃ καί ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μέ τρόπους καί μέσα ἀπάνθρωπα σκορπίζουν τήν καταστροφήν καί τόν θάνατον, νά τούς ὁδηγήσῃ εἰς τόν δρόμον τῆς Χάριτός Του. Ἡ σκέψις καί ἡ προσευχη μας διά τά νήπια, τά παιδάκια, ὅλους ἀνεξαιρέτως. Ὅλοι μας ἄς ἔχωμεν μέσα εἰς τήν καρδίαν μας τό Ἀγγελικόν Μήνυμα: «Μή φοβεῖσθε», ὅμως, μέ ἄξωνα ἐνεργείας καί πυξίδα πορείας τόν ἐν Σπηλαίῳ γεννηθέντα καί ἐν Φάτνῃ ἀνακλιθέντα Σωτῆρα τοῦ κόσμου Ἰησοῦν Χριστόν.

Εὐχόμενος, μέ ἀνυπόκριτον ἀγάπην, ἐν Χριστῷ γεννηθέντι Σωτῆρι ἡμῶν Χριστῷ, τῷ ἱερωτάτῳ Κλήρῳ, τῷ θεοτίμῳ λαῷ καί εἰς τούς λαμπρούς Σνεργάτας – Συνεργάτιδας τῆς Ὀρθοδόξου Μητροπόλεως Ἰταλίας καί Μελίτης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, εἰς τούς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας καί Ἐπισκόπους τῶν κατά Τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν – Μέλη τῆς Ἐπισκοπικῆς Συνελεύσεως, εἰς ὅλους τούς Χριστιανούς, εἰς τούς πιστεύοντας εἰς τόν Δημιουργόν καί Κύριον τοῦ κόσμου Θεόν, κάθε ἄνθρωπον ἀγαθῆς διαθέσεως καί ἐν εὐχαριστείᾳ τήν Ρωμαιοκαθολικήν Ἐκκλησίαν, ἐν τέλει δέ εὐχόμενος εἰς ὅλους τούς Ὀρθοδόξους ἐν Ἰταλίᾳ ἀδελφούς μας, «Καλά χριστούγεννα, εἰρηνικά καί πανευφρόσυνα» καί «Εὐλογημένον, γαλήνιον καί αἴσιον κατά πάντα, μέ ὑγείαν καί ἀγαλλίασιν πνευματικήν τόν Νέον Χρόνον 2016», διατελῶ, ὅλως πρόθυμος, πρός τόν Ὕψιστον Θεόν ταπεινός εὐχέτης.



Ἐν Βενετίᾳ τῇ 25ῃ Δεκεμβρίου 2015



† Ὁ Μητροπολίτης

Ὁ Ἰταλίας καί Μελίτης Γεννάδιος

 

 

 
 

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩΙ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ


Ἀδελφοὶ συλλειτουργοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Χριστὸς Ἀνέστη!

Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοὶ ἑορτάζομεν καὶ ἐφέτος χαρμοσύνως τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ψάλλομεν: «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν· καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν Αἴτιον» (τροπάριον τοῦ Κανόνος τῆς Ἀναστάσεως).
Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς χαρμοσύνως ἑορτάζομεν τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ὡς πραγματικότητα ζωῆς καὶ ἐλπίδος, πέριξ ἡμῶν, ἐν τῷ κόσμῳ, ἀκούομεν τὰς κραυγὰς καὶ τὰς ἀπειλὰς τοῦ θανάτου, τὰς ὁποίας ἐκτοξεύουν ἐκ πολλῶν σημείων τῆς γῆς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι δύνανται νὰ λύσουν τὰς διαφορὰς τῶν ἀνθρώπων διὰ τῆς θανατώσεως τῶν ἀντιπάλων, γεγονὸς τὸ ὁποῖον καὶ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν ἀπόδειξιν τῆς ἀδυναμίας των. Διότι, διὰ τῆς προκλήσεως τοῦ θανάτου τοῦ συνανθρώπου, διὰ τῆς ἐκδικητικότητος κατὰ τοῦ ἑτέρου, τοῦ διαφορετικοῦ, δὲν βελτιώνεται ὁ κόσμος, οὔτε ἐπιλύονται τὰ προβλήματα τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι, ἄλλωστε, ὑπὸ πάντων παραδεκτὸν καὶ ἀναγνωριζόμενον, ἰδιαιτέρως δὲ ὑπὸ τῶν σκεπτομένων ἀνθρώπων πάσης ἐποχῆς, ὅτι τὸ κακὸν νικᾶται διὰ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ οὐδέποτε διὰ τοῦ κακοῦ.
Τὰ προβλήματα ἐπιλύονται ἀληθῶς διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἀξίας τοῦ προσώπου καὶ διὰ τοῦ σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων του. Καὶ ἀντιστρόφως, τὰ παντὸς εἴδους προβλήματα δημιουργοῦνται καὶ ὀξύνονται ἐκ τῆς περιφρονήσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ τῆς καταπατήσεως τῶν δικαίων αὐτοῦ, ἰδιαιτέρως τοῦ ἀδυνάτου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ δύναται νὰ αἰσθάνεται ἀσφαλὴς καὶ ὁ ἰσχυρὸς νὰ εἶναι δίκαιος διὰ νὰ ὑπάρξῃ εἰρήνη.
Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ἀνέστη ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ ἀπέδειξε καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ἀδυναμίαν τοῦ θανάτου νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ νὰ ἐπιφέρῃ σταθερὰν μεταβολὴν εἰς τὸν κόσμον. Αἱ δημιουργούμεναι διὰ τοῦ θανάτου καταστάσεις εἶναι ἀναστρέψιμοι, διότι, παρὰ τὰ φαινόμενα, εἶναι προσωριναί, δὲν ἔχουν ρίζαν καὶ ἰκμάδα, ἐνῷ ἀοράτως παρὼν εἶναι ὁ πάντοτε νικήσας τὸν θάνατον Χριστός.
Ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες τὴν ἐλπίδα μας εἰς Αὐτόν, πιστεύομεν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς ἀνήκει εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ Ζωὴ καὶ ἡ Ἀνάστασις προσφέρονται ὑπὸ τοῦ πατήσαντος τὸν θάνατον καὶ τὴν ἰσχύν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων, Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς Αὐτὸν μόνον καὶ εἰς τὴν διδασκαλίαν Του ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἐλπίζῃ. Ἡ πίστις εἰς τὸν Χριστὸν ὁδηγεῖ εἰς τὴν Ἀνάστασιν, εἰς τὴν Ἀνάστασιν πάντων ἡμῶν, ἡ πίστις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διδασκαλίας Του εἰς τὴν ζωήν μας ὁδηγοῦν εἰς τὴν σωτηρίαν πάντων ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων μας ἐν τῷ κόσμῳ.
Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα,
Τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως, ἡ ὑπέρβασις αὕτη τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας, εἶναι τὸ κήρυγμα τῆς ζωῆς ἔναντι τῆς φθορᾶς τοῦ κόσμου καὶ τῆς περιπετείας τῶν ἀνθρωπίνων, καὶ εἰς αὐτὸ προσκαλοῦμεν ἀπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡμεῖς ὁ ἐλέῳ Θεοῦ Προκαθήμενος τῆς ἐν ἀληθείᾳ Ὀρθοδόξου ἀγάπης, πάντα ἄνθρωπον εἰς γνῶσιν καὶ βίωσιν, φρονοῦντες ὅτι μόνον δι᾿ αὐτοῦ θὰ ἐπανευρεθῇ ἡ «κλαπεῖσα» ὑπὸ τῆς ἀνθρωπίνης συγχύσεως «ἐλπὶς ἡμῶν» καὶ τοῦ κόσμου παντός.
Εἴθε τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως νὰ φωτίζῃ τὰς καρδίας ὅλων διὰ νὰ χαίρωνται ὁμοῦ μετὰ τῶν συνανθρώπων των ἐν ἀγάπῃ, εἰρήνῃ καὶ ὁμονοίᾳ ἐν τῷ Υἱῷ καὶ Λόγῳ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι τὸ Φῶς τοῦ κόσμου, ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή.
            Αὐτῷ μόνῳ, τῷ Ἀναστάντι ἐκ νεκρῶν Κυρίῳ τῆς δόξης, τῷ «ζωῆς κυριεύοντι καὶ θανάτου δεσπόζοντι», τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τοῖς «ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαριζομένῳ», ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ εὐχαριστία. Ἀμήν.
 Φανάριον, Ἅγιον Πάσχα ,βιε΄
   † Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Χριστὸν Ἀναστάντα
       εὐχέτης πάντων ὑμῶν

 

 


 + Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος,
Ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης

 

 

 
 

+ ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΛΙΤΗΣ
ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΣ ΝΟΤΙΟΥ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΙΕΡΩ ΚΛΗΡΩ ΚΑΙ ΤΩ ΕΥΣΕΒΕΙ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΜΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ


Θεοτίμητε καί εὐλογημένε Λαέ τοῦ Θεοῦ,
Αἱ ἡμέραι τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, αἱ ἡμέραι τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας, ἡ ἡμέρα τῆς Βηθλεέμ, ἡ ἡμέρα τῆς Βαπτίσεως εἰς τόν Ἰορδάνην, αἱ ἡμέραι τοῦ Θαβώρ καί τοῦ Γολγοθᾶ, ἐποιήθησαν ὑπό τοῦ Κυρίου διά τήν σωτηρίαν ἡμῶν.
Ὅμως, ὅλα αὐτά θά εἶχον σημασίαν καί σπουδαιότητα, ἀλλά καί ἐπίδρασιν, πειθώ, κῦρος καί διάδοσιν «Μηδέν» (μηδαμινήν), ἐάν δέν ἐπηκολούθη ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, «ἡ Πανήγυρις τῶν Πανηγύρεων». Ἰδού, τό Ἀποστολικόν ἐπιστέγασμα: «Εἰ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, κενόν τό κήρυγμα ἡμῶν, κενή δέ καί ἡ πίστις ἡμῶν» (Α’ Κορίνθ. 15,14). Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον καί γνωστόν τοῖς πᾶσιν ὅτι ὁ Χριστός «παρεδόθη διά τά παραπτώματα ἡμῶν καί ἠγέρθη διά τήν δικαίωσιν ἡμῶν» (Ρωμ. 4,25). Καί ἀκόμη εἶναι ἐπίκαιρον νά ἐνθυμηθοῦμεν ὅτι ἐχέγγυον τῆς δικαιώσεως καί ἀπολυτρώσεως ἡμῶν εἶναι ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου διά τῆς θυσίας Του.
Μέσα εἰς τό πανηγυρικόν καί ἀναστάσιμον τοῦτο χρονικόν διάστημα, πιστά καί ἐκλεκτά τέκνα τῆς Ὀρθοδόξου Μητροπόλεως Ἰταλίας καί Μελίτης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ Μήτηρ ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θά ἑορτάσῃ τόν Ἅγιον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιον τόν Τροπαιοφόρον, Πολιοῦχον καί Προστάτην τῆς Ὀρθοδόξου Μητροπόλεως καί τῆς ἱστορικῆς Κοινότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων Βενετίας. Κατά τήν Ἐαρινήν ταύτην ἀγιωτάτην τῆς «Ἀναστάσεως ἡμέραν, λαμπρυνθῶμεν λαοί», ὅπως ψάλῃ ὁ Ὑμνῳδός τοῦ Ἁγίου Πάσχα, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ».
Ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ὁ Τροπαιοφόρος, τόν ὁποῖον εὐφημοῦμεν «ὡς ὑπέρμαχον, τῶν πιστῶν ἐν κινδύνοις» καί δή «τῷ τῆς πίστως θώρακι καί ἀσπίδι τῆς χάριτος καί Σταυροῦ δόρατι...» (Μ. Ἐσπερινός) ἤθλησε μέ τήν πίστιν καί τό πνεῦμα τῆς Ἀναστάσεως. Πιστός μέχρι θανάτου, ἔλαβε τόν αἰώνιον καί ἀκατάλυτον στέφανον τῆς ἀθανάτου ἁγιότητος καί οὐρανίου ζωῆς.
Ἡ φωτοφόρος καί πεποικιλμένη μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, ἡ ὁποία ἐξέλαμψε, δόξῃ καί Χάριτι, προσφέρει ὑπέροχα καί ἀνεξίτηλα διαχρονικά Μηνύματα, ὅπως τήν πίστιν, τήν ἀγάπην, τήν ἐλπίδα, τήν ἑνότητα, τήν ἀφοσίωσιν, τήν θυσίαν. Εἶναι τά ζωηφόρα καί ἀμάραντα ἄνθη, ὡραιότατα καί ἀσύγκριτα εἰς τήν δύναμιν τῆς εὐωδίας καί τῆς ἀπολαύσεως, ἀποτελοῦν μίαν Ἀνθοδέσμην, οὐ τήν τυχοῦσαν, ἡ ὁποία δέν πωλεῖται, δέν ἔχει τιμήν, εἶναι ἀνεκτίμητα καί σωτήρια. Εἶναι ἄνθη, τά ὁποῖα δίδουν Μύρον ἀέναον, εἶναι θησαυρός θεῖος, κεχρισμένος μέ τήν εὐλογίαν καί τήν δύναμιν τοῦ Θεοῦ, ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπον εἰς τήν μακαριότητα καί τήν θεϊκήν αἰωνιότητα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ ἐπί τῆς γῆς.
Ἡ σημερινή κρίσις, ἐκλεκτά καί ἀφωσιωμένα τῇ Μητρί ἡμῶν Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ τέκνα ἐν Κυρίῳ, καίτοι ἐν τῇ πράξει εἶναι ἕνας σκληρός καί ἀδίστακτος ἐχθρός τῆς ἀνθρωπότητος, κατά τῆς προόδου καί τῆς ἀναπτύξεως αὐτῆς, καί ἡ ὁποία, χωρίς ἔλεος, μέ τήν προσωρινήν καί παναθλίαν συμπόρευσιν τῆς ἐκκοσμικεύσεως καί τῆς ἀδιαφορίας κατά τοῦ συνανθρώπου ἡμῶν, σφαγιάζει εἰς τήν οὐσίαν, ἀδίκως καί παρανόμως, κάθε ἄνθρωπον, σπρώχνει δέ αὐτόν εἰς τήν διαφθοράν καί τήν κοινωνικήν ἐξαθλίωσιν, δέν πρέπει νά ἐκμηδενίσῃ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἡμεῖς, Κλῆρος καί Λαός τοῦ Θεοῦ, μέ τήν θεϊκήν πνοήν τοῦ Μύρου καί τήν ἀκαταίσχυντον δύναμιν τῶν κεχαριτωμένων Ἀνθέων, τῶν αἰωνοβίων Μηνυμάτων, τά ὁποῖα δωρίζει εἰς ἡμᾶς ὁ ἐντός ὁλίγων ἡμερῶν ἑορταζόμενος Ἅγιος Προστάτης καί Πολιούχος τῆς Μητροπόλεως Ἰταλίας καί Μελίτης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς ἱστορικῆς Κοινότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων Βενετίας, Γεώργιος ὁ Μεγαλομάρτυς καί Τροπαιοφόρος, καί μέ τά ὁποῖα δυνάμεθα, «τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις, δυνατά παρά τῷ Θεῷ», ὅπως βροντοφωνῇ ὁ Εὐαγγελιστής, νά ἐλευθερωθοῦμεν ἀπό τήν φοβεράν ταύτην κρίσιν, καί δή, νικηφόροι καί ἰσχυροί, νά βαδίσωμεν τόν δρόμον τῆς ἐλευθερίας, τόν δρόμον τοῦ φωτός, τόν δρόμον τῆς ἀληθείας, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ πραγματικότητι εἶναι «Ἕνας καί Μοναδικός». Εἶναι ὁ Δρόμος (ἡ «Ὁδός») τοῦ Ἰησοῦ χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ εἰς τήν Ἀνάστασιν, ὁδηγεῖ εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, εἰς τήν Αἰώνιον Ζωήν, διά τήν ὁποίαν ἐπλάσθη ὁ ἄνθρωπος καί διά τόν ὁποῖον ἐγεννήθη, ἐσταυρώθη, ἐτάφη καί ἀνέστη ὁ Σωτῆς ἡμῶν Χριστός.
Περαίνοντες τό Πασχάλιον καί Πανηγυρικόν τοῦτο Μήνυμα, ἄς ψάλωμεν μαζί μέ τόν Ἅγιον Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον, Ἀρχιεπίσκοπον Κωνστνατινουπόλεως, ἐν ἕνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ: «Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως, πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος... Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο».
Χριστός Ἀνέστη!
Ἀληθῶς Ἀνέστη!


Ὁ Μητροπολίτης Ἰταλίας καί Μελίτης 
Γεννάδιος

 

 

 
 

Ἀριθμ. Πρωτ. 133
ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΗΡΙΟΣ
ΕΠΙ Τῌ ΕΝΑΡΞΕΙ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

«Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται• οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε» (στιχηρὸν ἰδιόμελον τοῦ Τριῳδίου, Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς).

Ἀδελφοὶ καὶ Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐγκεντρίζει ἡμᾶς εἰς τὸ σῶμα Του καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνωμεν ἅγιοι «ὅτι ἐγώ», λέγει, «ἅγιός εἰμι» (Α΄ Πέτρ. α΄, 16). Ἐπιθυμεῖ ὁ Πλάστης μας νὰ ἔχωμεν κοινωνίαν μαζί Του καὶ νὰ γευθῶμεν τῆς χάριτός Του, νὰ μετάσχωμεν δηλαδὴ τῆς ἁγιότητός Του. Ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸν εἶναι ζωὴ μετανοίας καὶ ἁγιότητος, ἡ δὲ ἀπομάκρυνσις ἐξ Αὐτοῦ, ἡ ἁμαρτία, ταυτίζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν «κακίαν τῆς καρδίας».

Ἡ «ἁμαρτία οὐκ ἔστι τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῆς κακῆς προαιρέσεως» (Θεοδωρήτου Κύρου, Διάλογος Α΄- Immutabilis, P.G. 83, 40D) ἢ τοῦ κακοῦ πνεύματος καὶ «οὐδεὶς πίστιν ἐπαγγελλόμενος ἁμαρτάνει», κατὰ τὸν Θεοφόρον Ἰγνάτιον.

Ἡ ἁγιότης εἶναι ἰδιότης τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ «προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος». Ὁ κατὰ χάριν ἱερουργὸς τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας προσφέρει εἰς τοὺς πιστοὺς «τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις», Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, καὶ λαμβάνει ἀμέσως παρὰ τοῦ πληρώματος τῶν Ὀρθοδόξων τὴν ἀπόκρισιν εἰς τὴν προσφορὰν ὅτι: «εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός», ὁ «ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων».

Εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιτύχῃ τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» μὲ τὸν Θεόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη, τὴν ἁγιότητα δηλαδή, ἡ ἀποβλέπουσα ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία «θεοπρεπῶς ἐδογμάτισε» μίαν περίοδον τοῦ ἔτους ὡς περίοδον ἰδιαιτέρας προσευχῆς καὶ δεήσεως πρὸς κατευνασμὸν τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος.

Ἡ περίοδος αὕτη εἶναι ἡ ἀρχομένη ἀπὸ τῆς αὔριον σωτήριος προετοιμασία διὰ τὸ «Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον Χριστοῦ». Εἶναι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ βιώσωμεν «δέησιν προσάγοντες καὶ ἄφεσιν αἰτοῦντες», ὥστε νὰ γευθῶμεν ἀληθῶς τὸ Πάσχα «μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων», γινόμενοι «ἅγιοι», διὰ τῆς ὁμολογίας ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ὅτι εἴμεθα «σκεύη κεραμέως» συνθλιβόμενα ὑπὸ τοῦ πονηροῦ καθ᾿ ἡμέραν, «πίπτοντες καὶ ἀνιστάμενοι». Νὰ ὁμολογήσωμεν δηλαδὴ τὴν ἀνθρωπίνην ἀτέλειαν καὶ ἀδυναμίαν μας καὶ τὴν ἐνώπιον Θεοῦ μηδαμινότητά μας, μετανοοῦντες καὶ ἐπαναλαμβάνοντες ἐν ἑσπέρᾳ καὶ πρωὶ καὶ μεσημβρίᾳ καὶ ἐν παντὶ καιρῷ καὶ πάσῃ ὥρᾳ, καίτοι «ἅγιοι» διὰ τοῦ βαπτίσματος, ὅτι «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός».

Καλοῦμεν, λοιπόν, πάντας τοὺς Ὀρθοδόξους πιστούς, κληρικούς, μοναχοὺς καὶ μοναχάς, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, νὰ μεταβάλωμεν τὴν ζωήν μας, πάντοτε μέν, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἰς ἀγαπητικὴν πρὸς τὸν πλησίον προσπάθειαν προπαρασκευῆς διὰ τὴν μετοχὴν ἐκτυπώτερον ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν ἀνέσπερον Βασιλείαν τοῦ Κυρίου, τὸ «καινὸν Πάσχα». Προσκαλοῦμεν τοὺς πάντας εἰς ζωὴν ἁγιότητος καὶ πνευματικοῦ ἀγῶνος διὰ νὰ χαρισθῇ εἰς τὸν κόσμον καὶ εἰς ἡμᾶς ὡς «δόσις ἀγαθὴ» καὶ ὡς «δώρημα τέλειον» ἡ δυνατότης τῆς ὑπερβάσεως τῆς ἁμαρτίας, διότι «πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ [...] καὶ οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται» (Α ́  Ἰωάν. γ΄, 9-10).

Ἂς εἰσέλθωμεν, λοιπόν, μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μας, μὴ σκυθρωπάζοντες, ἀλλὰ χαίροντες καὶ ἀγαλλόμενοι, εἰς τὸ πνευματικὸν τοῦτο στάδιον τῶν ἀρετῶν καὶ ἂς καθοπλισθῶμεν «ἀγάπης τὴν λαμπρότητα, προσευχῆς τὴν ἀστραπήν, ἁγνείας τὴν καθαρότητα, εὐανδρίας τὴν ἰσχύν», καὶ ἂς συνοδοιπορήσωμεν μὲ τὸν Κύριον, δεόμενοι Αὐτοῦ νὰ μὴ «παρίδῃ ἡμᾶς κινδυνεύοντας τὴν ἀπ᾿ Αὐτοῦ διάστασιν» (Δοξαστικὸν τῆς Σταυροπροσκυνήσεως), ἀλλὰ νὰ μᾶς ἀξιώσῃ «ὅπως λαμπροφόροι προφθάσωμεν εἰς τὴν ἁγίαν καὶ τριήμερον Ἀνάστασιν, τὴν καταλάμπουσαν ἀφθαρσίαν τῷ κόσμῳ» (ποίημα Θεοδώρου, ἀκολουθία Δευτέρας Α΄ Ἑβδομάδος Νηστειῶν).

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Χριστῷ,

Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι ὡς περίοδος προετοιμασίας καὶ μετανοίας φωνὴ τῆς συνειδήσεώς μας, ἡ ὁποία, ἐσωτερικὴ καὶ ἀνέκφραστος, εἶναι προσωπικὴ κρίσις. Ὅταν μᾶς εὑρίσκῃ σφάλλοντας διαμαρτύρεται ἐντονώτατα, καθότι «οὐδὲν αὐτῆς βιαιότερον ἐν κόσμῳ», κατὰ τὸν βιωματικὸν κήρυκα τῆς μετανοίας Ἅγιον Ἀνδρέαν Κρήτης. Ὅθεν, πρέπει νὰ εἰρηνεύῃ μὲ τὴν συνείδησίν του ἕκαστος, διὰ τῆς μετανοίας, ὥστε «ἐν τῷ πυρὶ τῆς συνειδήσεως νὰ προσφέρωμεν μυστικὴν ὁλοκάρπωσιν», θυσιάζοντες τὰ πάθη μας καὶ προσφέροντες αὐτὰ θυσίαν ἀγάπης πρὸς τὸν συνάνθρωπον, ὅπως ὁ Κύριος ἑαυτὸν ὑπὲρ «τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Τότε μόνον θὰ ἀνατείλῃ καὶ δι᾿ ἡμᾶς ἐκ τοῦ τάφου ἡ συγγνώμη καὶ θὰ ζήσωμεν ὡς ἀνθρωπότης ἐν ἀλληλοσεβασμῷ καὶ ἀγάπῃ μακρὰν τῶν ὅσων βλέπομεν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας φρικτῶν ἐγκλημάτων νὰ πλήττουν τὴν οἰκουμένην ἅπασαν. Εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον ἔχομεν συμμάχους καὶ πρεσβευτὰς πάντας τούς Ἁγίους καὶ μάλιστα τὴν Παναγίαν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, τὴν διὰ τῶν ἱκεσιῶν της ὡς ἄλλος λουτὴρ «ἐκπλύνουσαν συνείδησιν».

Ὅθεν, προτρεπόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, ὡς πνευματικὸς Πατὴρ τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ὀρθοδόξων πιστῶν μας, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, νὰ δράμωμεν μετὰ σπουδῆς εἰς τὸ ἀπὸ τῆς αὔριον ἀρχόμενον στάδιον τῶν ἀρετῶν, «μὴ ἄτοπα λογιζόμενοι, μὴ παράνομα πράττοντες», ἀλλὰ πορευόμενοι ἐν Χάριτι νὰ ἐκπλύνωμεν τὰς συνειδήσεις «γνώμῃ ἀγαθῇ» διὰ τῆς μετανοίας, ἔχοντες τὴν βεβαιότητα ὅτι οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ γῆ καὶ πάντα «τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα» θὰ καταυγασθοῦν ἐν τέλει ὑπὸ τοῦ φωτὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Ἡμεῖς δέ, «πρὸ τῶν θυρῶν τοῦ Ναοῦ τοῦ Κυρίου» ἱστάμενοι, ἐὰν ἀξίως πολιτευθῶμεν, θὰ περιβληθῶμεν χιτῶνα φωτεινὸν μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ ἀξιωθῶμεν τοῦ «καινοῦ πόματος» ἐκ τῆς Πηγῆς τῆς ἀφθαρσίας, γευόμενοι τῆς χαρᾶς τοῦ ὀλβίου τάφου τοῦ Κυρίου καὶ συνωθούμενοι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ «ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου», ἐν τόπῳ ὅπου «τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται». Γένοιτο.

Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ,βιε´
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

 

 
 

Ἀριθμ. Πρωτ. 1377

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ
ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἀδελφοὶ καὶ Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

«Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε!»

Ἐφάνη ἐπὶ τῆς γῆς ὁ Θεὸς καὶ ἐφανερώθη συγχρόνως ὁ τέλειος ἄνθρωπος καὶ ἡ ἀσύλληπτος ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Oἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι ἰδιαιτέρως ζῶμεν τὴν μεταπτωτικὴν κατάστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν καθημερινῶς διαπιστώνομεν μετὰ τοῦ Ψαλμῳδοῦ ὅτι «πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. ΙΓ΄ 3 - Ρωμ. γ΄ 12-13).
Πρὸ τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν ἠδύνατο ὁ ἄνθρωπος νὰ φαντασθῇ τὴν ἀσύλληπτον ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, διότι μετὰ τὴν πτῶσιν ἠσθένησε καὶ ἠλλοιώθη. Μόνον οἱ πολὺ φωτισμένοι ἄνθρωποι διῃσθάνθησαν καὶ πρὸ Χριστοῦ τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ Ψαλμῳδοῦ «τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ;» (Ψαλμ. Η΄ 5), διεκήρυξαν: «ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτὸν» (ἐ.ἄ. 6).
Τὴν ὑπερτάτην αὐτὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἐφανέρωσεν ὁ Θεάνθρωπος Κύριος καί, ἔκτοτε, ἐπαναλαμβάνουν κατ᾿ ἔτος διακηρύξεις κρατῶν, κυβερνήσεων καὶ κοινωνικῶν ὁμάδων καὶ διεθνεῖς συμβάσεις ἀναφερόμεναι εἰς τὸν σεβασμὸν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ.
Ἐν τούτοις, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας βλέπομεν καθημερινῶς τὸν χείριστον ἐξευτελισμὸν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τὴν ἀτίμωσιν καὶ τὸν διασυρμὸν αὐτοῦ. Ὀφείλομεν, λοιπόν, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἄξιοι τῆς δόξης καὶ τιμῆς διὰ τῆς ὁποίας περιέβαλε τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον ὁ «δι᾿ ἡμᾶς καθ᾿ ἡμᾶς γενόμενος» Δημιουργὸς μας, νὰ πράξωμεν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ παύσῃ ἡ ἐσχάτως διογκουμένη ἐξευτελιστικὴ διὰ τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον συμπεριφορά.
***
Παρακολουθοῦμεν ἔκπληκτοι τὸ ἐπαναλαμβανόμενον συνεχῶς «δρᾶμα τῆς Βηθλεέμ». Διότι περὶ δράματος πρόκειται καὶ ὄχι περὶ χαρμοσύνου γεγονότος, ἐφ᾿ ὅσον ἀγνοεῖται ὁ σπαργανούμενος ἐν φάτνῃ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ τὸ δημιούργημά Του, ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἀντιμετωπίζεται ὡς «εἰκὼν Θεοῦ».
Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας καὶ ἡ θεολογία της διδάσκουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸ ἀνθρώπινον σῶμα ἀξιοῦνται πλήρους σεβασμοῦ, διότι ἡνώθησαν μὲ τὸν Θεὸν εἰς τὸν σαρκωθέντα Κύριον. Ὅθεν, ὀφείλομεν ὅλοι νὰ ἐντείνωμεν τὰς προσπαθείας μας διὰ νὰ γίνῃ ὑπὸ πάντων σεβαστὴ ἡ ὑπερτάτη ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.
***
Μετὰ πολλῆς συνοχῆς καρδίας καὶ βαθείας θλίψεως τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡ ἡμετέρα Μετριότης παρακολουθοῦμεν τὰ ὁσημέραι ὀγκούμενα κύματα ταῦτα βίας καὶ βαρβαρότητος, τὰ ὁποῖα ἐξακολουθοῦν νὰ μαστίζουν διαφόρους περιοχὰς τοῦ πλανήτου μας, καὶ ἰδιαιτέρως τὴν Μέσην Ἀνατολήν, καὶ μάλιστα τοὺς γηγενεῖς ἐκεῖ χριστιανούς, εἰς τὸ ὄνομα συχνάκις τῆς θρησκείας. Δὲν θὰ παύσωμεν δὲ νὰ διακηρύττωμεν ἀπὸ τοῦ Ἱεροῦ τούτου Κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς πάντας, τοὺς ἀδελφοὺς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τῶν λοιπῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, τοὺς ἐκπροσώπους τῶν Θρησκειῶν, τοὺς Ἀρχηγοὺς Κρατῶν, πρὸς πάντα ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως, μάλιστα δὲ πρὸς τούς, κατόπιν ὑποκινήσεων ἤ μὴ θέτοντας τὴν ἰδίαν ζωὴν αὐτῶν εἰς κίνδυνον διὰ νὰ ἀφαιρέσουν ἀνθρωπίνους ζωάς, συνανθρώπους - δημιουργήματα καὶ αὐτὰ τοῦ Θεοῦ-, καὶ πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν, ὅτι οὐδεμία εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μορφὴ ἀληθοῦς καὶ γνησίας θρησκευτικότητος ἢ πνευματικότητος ἄνευ ἀγάπης πρὸς τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον. Οἱονδήποτε ἰδεολογικόν, κοινωνικὸν ἢ θρησκευτικὸν μόρφωμα περιφρονεῖ τὸν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ πλασθέντα ἄνθρωπον καὶ διδάσκει ἢ ἐπιτρέπει τὸν θάνατον συνανθρώπων μας, μάλιστα δὲ μὲ βάναυσον καὶ πρωτόγονον τρόπον,  οὐδεμίαν ἀσφαλῶς ἔχει σχέσιν μὲ τὸν Θεὸν τῆς ἀγάπης.
***
Στρέφοντες, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, τοὺς ὀφθαλμούς μας εἰς τὴν κρατοῦσαν σήμερον ἐν τῷ κόσμῳ κατάστασιν ἀποστρέφομεν τὸ πρόσωπόν μας ἐκ τῶν θλιβερῶν γεγονότων μισαλλοδοξίας καὶ ἐχθρότητος, τὰ ὁποῖα μαστίζουν τὴν ἀνθρωπότητα καὶ φθάνουν πλέον, διὰ τῶν συγχρόνων μέσων γενικῆς ἐπικοινωνίας, εὐχερέστερον εἰς τὰς ἀκοὰς καὶ τὴν ὅρασίν μας προκαλοῦντα τρόμον διὰ τὰ ἐπερχόμενα δεινά, καὶ προβάλλομεν ὡς ἰσχυρὸν ἀντίδοτον εἰς τὴν σύγχρονον βίαν τὴν καταπλήξασαν τοὺς μάγους καὶ τὸν κόσμον «ἐσχάτην πτωχείαν» τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ πάντοτε ὡς ἀγάπη. Αὐτὴ εἶναι ἡ μυστικὴ δύναμις τοῦ Θεοῦ, ἡ μυστικὴ δύναμις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ μυστικὴ δύναμις τοῦ γένους τῶν χριστιανῶν. δύναμις ὁποία νικᾷ καὶ ὑπερβαίνει διὰ τῆς ἀγάπης τὴν κάθε εἴδους βίαν καὶ κακίαν.
***
Οὕτως ἀποτιμῶντες κατὰ τὰ ἐφετεινὰ Χριστούγεννα τὴν κατάστασιν τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, εὐχόμεθα ὅπως βιώσωμεν οἱ πάντες τὴν χαρὰν τοῦ ἀπολύτου σεβασμοῦ τῆς ἀξίας τοῦ προσώπου, τοῦ συνανθρώπου, καὶ τὴν παῦσιν τῆς βίας κάθε μορφῆς, τὴν νίκην ἐπὶ τῆς ὁποίας διὰ τῆς ἀγάπης προβάλλει καὶ προσφέρει ὁ σάρκα λαβὼν «μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος», ὁ «Ἄρχων εἰρήνης» καὶ Σωτὴρ ἡμῶν Χριστός.
Αὐτοῦ τοῦ τεχθέντος καὶ ἐνανθρωπήσαντος Κυρίου τῆς δόξης, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης ἡ Χάρις καὶ τὸ ἄπειρον Ἔλεος καὶ ἡ εὐδοκία εἴησαν μετὰ πάντων.
Χριστούγεννα ,βιδ΄
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

 

 

-----------------------
Ἀναγνωσθήτω ἐπ᾽ ἐκκλησίας κατ τν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, μετ τἹερν Εὐαγγέλιον.

 

 
 


Ἀριθμ. Πρωτ. 875/2014

ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΛΙΤΗΣ
ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΣ ΝΟΤΙΟΥ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΙΕΡΩ ΚΛΗΡΩ ΚΑΙ ΤΩ ΕΥΣΕΒΕΙ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΜΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Ἐκλεκτά καί Ἀγαπητά Τέκνα
Τῆς Ὀρθοδόξου Μητροπόλεως Ἰταλίας καί Μελίτης,
«Χριστός γεννᾶται Δοξάσατε»
«Σήμερον γεννᾶται αὐτός ὁ ὁποῖος ὑπάρχει αἰώνια καί γίνεται αὐτό τό ὁποῖον ποτέ δέν ὑπῆρξεν. Εἶναι Θεός καί γίνεται ἄνθρωπος, πάλιν, ὅμως, μένει Θεός», βροντοφωνεῖ ὁ Πατήρ τῆς ἀγάπης καί τοῦ διαλόγου, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Τό «Μέγα καί Παράδοξον Μυστήριον τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ», τό ὁποῖον ὁ ἄνθρωπος θαυμάζει, καί, μάλιστα, ἀπορεῖ ὅταν σκέπτεται αὐτό, διότι οὐδέποτε συνέβη ἕνα τέτοιο γεγονός: «Βλέπω ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐγέννησε. Βλέπω καί ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη. Ἀλλ’ ὅμως δέν δύναμαι νά καταλάβω τόν τρόπον τῆς γεννήσεως». Βλέπομεν, λοιπόν, εὐλογημένοι καί εὐλαβέστατοι Ὀρθόδοξοι ἀδελφοί μας, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἑορτῆς εἶναι παράξενος, ὅπως παράξενος εἶναι καί ὁ λόγος τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ δημιουργός τῆς Θείας ἡμῶν Λειτουργίας ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὁμολογεῖ μέ ἀκρίβειαν ὅτι: «πρό τῆς Χριστοῦ παρουσίας ἐβασιλεύετο ἡμῶν ἡ φύσις ὑπό τοῦ διαβόλου, ὑπό τῆς ἀμαρτίας, ὑπό τοῦ θανάτου...», καί «ὁ μέν διάβολος ἠπάτα, ἡ δέ ἁμαρτία ἔσφαζεν, ὁ δέ θάνατος ἔθαπτεν». Πράγματι, ἡ «ἁμαρτία ἠγέρθη ὡς μεσότοιχος ἔχθρας μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου», ὅπως ἀναφέρῃ εἰς τήν Κατήχησίν του ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, ἐπίσκοπος Πενταπόλεως, μέ «ἀποτέλεσμα τήν ὀλέθριαν ἀποδέσμευσιν τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν φιλάνθρωπον Θεόν καί τήν ἀναπόφευκτην ὑποταγήν του εἰς τόν μισόκαλον διάβολον».
Εἶναι τρανή ἀλήθεια, θεοτίμητον καί ἐκλεκτόν τῆς Ὀρθοδόξου Μητροπόλεως Ἰταλίας καί Μελίτης ποίμνιον, ὅτι ὅταν θέλῃ ὁ Θεός νικῶνται οἱ φυσικοί νόμοι. Τό ἴδιον συνέβη καί εἰς τό «Ὑπερφυές Μυστήριον» τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ: ἡ φυσική τάξις παρεμερίσθη καί ἐνήργησεν ἡ θεία θέλησις. Τό ἔλεος καί ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνέκφραστη, ἀλλά καί ὁ φόβος τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ κατάπληξίς του πρός τό «Μέγα Θαῦμα», ἔτι δέ καί ὁ θαυμασμός του εἶναι πάντα ταῦτα ἀνυπέρβλητα. Τόν ἐγέννησε, λοιπόν, σύμφωνα μέ τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον ὁ Θεός ἤθελεν. Εἰς τήν φύσιν βεβαίως, δέν ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης μιᾶς τοιαύτης γεννήσεως. Ὁ Θεός, κυριάρχος τῆς φύσεως καί τῶν πάντων, ἐπενόησε τόν τρόπον αὐτόν τῆς Γεννήσεως, ἕνα τρόπον παράδοξον. Εἶναι τρόπος, τόν ὁποῖον μόνον ὁ Θεός ἠδύνατο νά ἐπινοήσῃ καί νά ἐπιτελέσῃ, καταδεικνύων οὕτως ὅτι ἄν καί ἔγινεν ἄνθρωπος, δέν ἐγεννήθη ὡς ἄνθρωπος, ἀλλά ὅπως ἁρμόζῃ εἰς μόνον τόν Θεόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι Φῶς, Ἀλήθεια, Εἰρήνη, Ἀγάπη, Ἐλπίς καί Αἰώνιος Ζωή. Καί ὁ παράδοξος αὐτός τρόπος τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ συμβαίνει οὕτω, διότι, πάντοτε κατά τόν σοφώτατον καί θεσπέσιον κήρυκα τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀλληλεγγύης Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον, ἐάν ὁ Θεός προήρχετο ὅπως ὁ ἄνθρωπος ἀπό ἕνα κοινόν γάμον, πλεῖστοι ὅσοι θά ἐθεωροῦσαν ἀπάτην τήν γέννησίν Του: Ἰδού, διατί γεννᾶται ἀπό παρθένον, ἰδού, διατί διατηρεῖ τήν μήτρα της ἄθικτη, ἰδού, διατί διαφυλάττει τήν παρθενίαν της ἀκεραίαν, ἰδού, διατί ἔχομεν ἕνα παράδοξον τρόπον, ἕνα ὑπερφυσικόν τρόπον Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἀδιαμφισβήτητα τά λόγια τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου: Ἐπαρουσιάσθη ὁ Χριστός εἰς τόν κόσμον, «ἄνθρωπος», διά νά καθοδηγήσῃ τούς ἀνθρώπους. Ἐπαρουσιάσθη εἰς τόν κόσμον «Θεός», διά νά σώσῃ τήν οἰκουμένην.
Ἔλα, τίμιε καί θεοφρούρητε λαέ τοῦ Θεοῦ, νά ἑορτάσωμεν. Ἔλα, νά πανηγυρίσωμεν μαζί!
Ἡ προσευχή τῆς ἑορτῆς ἐνδυναμώνει, ἐνθαρρύνει, προστατεύει, καθοδηγεῖ, φωτίζει, αὐξάνει τήν πίστιν, βοηθεῖ τόν πιστόν νά καταλάβῃ τόν ὑπερφυσικόν αὐτόν τρόπον τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, τόν παράδοξον, ὁ ὁποῖος ἀνήκει μόνον εἰς τήν δύναμιν καί τήν πανσοφίαν τοῦ Θεοῦ.
Γλυκύτατοι καί ὑπέροχοι οἱ λόγοι Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μετεφυτεύθη εἰς τήν γῆν, οἱ ἄγγελοι συνομιλοῦν μέ τούς ἀνθρώπους. Ὅλα ἔγιναν ἕνα», καί τοῦτο διότι ὁ Θεός ἐκατέβη εἰς τήν γῆν καί ὁ ἄνθρωπος ἀνέβη εἰς τούς οὐρανούς. Ὁ Θεός ἦλθεν εἰς τήν γῆν, ἀλλά εὑρίσκεται πάλιν εἰς τόν οὐρανόν: «ὁλόκληρος εἶναι εἰς τόν οὐρανόν, καί ὁλόκληρος εἰς τήν γῆν». Ἡ πειστική καί σωστική διδασκαλία τοῦ Ἁγίου τοῦ «Χρυσοῦ Αἰῶνος τῆς Ἐκκλησίας» Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καταπλήσσει ὅλους ὅσοι ἐντρυφήσουν εἰς αὐτήν μέ σπουδήν καί ζῆλον ἔνθεον, οἱ ὁποῖοι βιώνουν τήν πνευματικότητά της, τήν δογματικήν της ἀλήθειαν, γίνονται ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, κατά τό Παυλικόν ρῆμα: «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Γαλ. 2,20).
Τό «Μέγα καί Ὑπερφυές Μυστήριον τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» ἔκαμε πλείστους ὅσους νά ἐντρυφήσουν εἰς τό «Θαῦμα» αὐτό τῆς «Θείας Οἰκονομίας», ὥστε νά φθάσουν εἰς τό σημεῖον νά γράψουν θαυμασίους ὕμνους, οἱ ὁποῖοι πλουτίζουν τούς πιστούς, προετοιμάζουν αὐτούς καί τούς καθοδηγοῦν νά κατανοήσουν τό Μυστήριον τῆς Ἐνανθρωπήσεως καί τῆς Σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Τά κατανυκτικά καί πανηγυρικά Ἰδιόμελα τοῦ Μεγάλου Πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ, οἱ ἐξαίσιοι αὐτοί ὕμνοι τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως, προσκαλοῦν τόν λαόν τοῦ Θεοῦ νά πανηγυρίσουν τό «Μέγα Μυστήριον» καί νά διακηρύξουν περιτράνως ὅτι ὁ Χριστός ἔγινεν ἄνθρωπος ἀπό φιλανθρωπίαν: «Δεύτε ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ τό παρόν μυστήριον ἐκδιηγούμενοι. Τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ διαλέλυται, ... Ἡ γάρ ἀπαράλλακτος εἰκών τοῦ Πατρός, ὁ Χαρακτήρ τῆς αϊδιότητος αὐτοῦ, μορφήν δούλου λαμβάνει, ἐξ ἀπειρογάμου μητρός προελθών, οὐ τροπήν ὑπομείνας· ὅ γάρ ἦν διέμεινε, Θεός ὤν ἀληθινός».
Οἱ λαμπρότατοι καί πεφωτισμένοι ἀπό τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ Ὕμνοι προσκαλοῦν νά ζήσωμεν καί νά ἑορτάσωμεν μέ τήν λαμπρότητα τῆς ἀγαλλιάσεως τῆς «Μητροπόλεως τῶν Ἑορτῶν», ἀλλά καί μέ τήν ἱερότητα καί εἰρηνικήν δοξολογίαν τῶν ἀγγέλων, μέ τόν θεῖον θαυμασμόν τῶν ποιμένων καί τήν χαράν πάσης τῆς κτίσεως. Καί ὁ Ὑμνωδός ψάλλων: «Δεύτε πιστοί ... κατίδωμεν συγκατάβασιν θεϊκήν ἄνωθεν ἐν Βηθλεέμ πρός ἡμᾶς», «τοιαύτη γάρ οἰκονομία ἐγνώσθη σου ἡ Εὐσπλαχνία...», ὁ σαρκωθείς ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί ἐνανθρωπήσας ἐκ τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας, ἀνεκτήσατο ἡμᾶς καί ἐλευθέρωσεν ἀπό τήν ἀμαρτίαν, ἐφαίδρυνε πᾶσαν τήν κτίσιν, ἡ γῆ μέ τούς ἀνθρώπους εὐφραίνεται, καί πρός τό φῶς ὁδηγοῦνται.
«Σοφία, λόγος καί δύναμις, Υἱός ὤν τοῦ Πατρός καί ἀπαύγασμα Χριστός ὁ Θεός», ψάλλων ὁ Μελωδός «ὁ Λόγος σαρκοῦται καί τοῦ Πατρός οὐ κεχώρισται» προσφέρει εἰς τόν ἄνθρωπον τήν σωτηρίαν καί τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν. Ἐνώπιον τοῦ «Μεγάλου καί ὑπερφυοῦς θαύματος τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» ὁ ἄνθρωπος, καί πᾶσα ἡ κτίσις, ψάλλει: «Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, ὅτι ὤφθης ἐπὶ γῆς ὡς ἄνθρωπος δι' ἡμᾶς; ἕκαστον γὰρ τῶν ὑπὸ σοῦ γενομένων κτισμάτων, τὴν εὐχαριστίαν σοι προσάγει· οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον, οἱ οὐρανοὶ τὸν Ἀστέρα, οἱ Μάγοι τὰ δῶρα, οἱ Ποιμένες τὸ θαῦμα, ἡ γῆ τὸ σπήλαιον, ἡ ἔρημος τὴν φάτνην· ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον· ὁ πρὸ αἰώνων Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς».
Ὁ «ὤν καί προών καί ἐκλάμψας ἐκ Παρθένου Θεός» εἶναι ὁ Ἀληθινός Θεός, εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου, ἡ μοναδική ἐλπίδα καί δύναμις τοῦ ἀνθρώπου διά νά νικήσῃ τάς ἀντιξοότητας τῆς ζωῆς, τάς σκληράς δοκιμασίας καί περιπετείας, τήν ἄγνοιαν καί τήν συκοφαντίαν.
Πρός αὐτόν, λοιπόν, τόν Ἀληθινόν Θεόν, τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ καί Υἱόν τῆς Παρθένου, προσευχόμεθα μέ κατάνυξιν καί ἐλπίδα διά τούς ἔχοντας ἀνάγκην, διά τούς ἀρρώστους, διά τούς φυλακισμένους, διά τούς αἰχμαλώτους, διά τούς ὀρφανούς, διά τήν κατάπαυσιν τοῦ πυρός, τῶν συγκρούσεων, τῶν πολέμων, διά τήν φώτισιν τῶν σκεπτομένων κακῶς κατά τῶν ἄλλων, καί γενικά διά τήν πνευματικήν, κοινωνικήν καί πολιτιστικήν κρίσιν τῆς ἀνθρωπότητος. Προσευχόμεθα νά φυλάττῃ ὁ Νεογέννητος ἐν Βηθλεέμ Θεός τήν Οἰκουμένην ἀπό τάς ἐπιβουλάς καί τήν κακίαν τοῦ νέου Ἠρώδου ἤ τῶν πολλῶν τοιούτων, οἱ ὁποῖοι, δυστυχῶς, καί σήμερον ὑπάρχουν μέ μωσαϊκήν μορφήν καί ἀδυναμίας, μέσα εἰς τά περιβάλλοντα ἔνθα ζῶμεν, εἴτε εἰς τάς μικράς κοινωνίας, εἴτε εἰς τάς μεγάλας τοιαύτας, εἰς τά σχολεῖα καί εἰς τά διάφορα κέντρα, καθώς καί μέσα εἰς αὐτά τά γήπεδα καί τά στάδια τῆς ζωῆς.
Ἀδιαλείπτως προσευχόμεθα ὑπέρ τῶν νέων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡ νέα πορεία τοῦ κόσμου, ἡ πολυτιμοτάτη δύναμις τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ δωρηθεῖσα ἀπό τόν Θεόν διά τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ κεχαριτωμένη συνέχεια τοῦ σύμπαντος, διά τό ὕψιστον τοῦτο δῶρον τοῦ Θεοῦ δέν παύομεν νά προσευχώμεθα.
Μέ τόν ἀκριβέστατον καί θεοπρόβλητον Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον ὡς συνοδοιπόρον μας ἄς πορευθοῦμεν πρός τό «θεοδέγμον Σπήλαιον» κι ἄς προσκυνήσωμεν τόν ἐν «σπαργάνοις εἰλημμένον» διά τήν σωτηρίαν μας Θεάνθρωπον Κύριον, ὁ Ὁποῖος ἐγεννήθη ὡς ἄνθρωπος διά νά γίνῃ ὁ ἄνθρωπος Θεός.
Μέ τήν θεοπρεπῆ αὐτήν πίστιν μας πρός τόν Ἕνα Ἀληθινόν Θεόν, τόν Ὁποῖον θά προσκυνήσωμεν καί νήπιον κείμενον ἐν Φάτνῃ καί θά θαυμάσωμεν τόν θησαυρόν τῆς πτωχείας του, δι’ ἧς ἔλαμψεν ὁ τῆς θεότητος πλοῦτος, ἄς γίνῃ ἰλασμός καί εὐεργέτης μας, τό ἀναλλοίωτον φῶς καί τό κραταίωμα τῆς ζωῆς μας, ἄς εἶναι ὁ παντοτεινός βοηθός καί ἡ κραταιά καί ἀήττητος προστασία μας.
Χριστός γεννᾶται δοξάσατε!
Ὁ Παράδεισος ἠνοίχθη!
Ἡ ἀμαρτία ἀπεκαλύφθη!
Ἡ πλάνη ἀπεμακρύνθη!
Ὁ Θεός εἰς τήν γῆν καί ὁ ἄνθρωπος εἰς τούς οὐρανούς!
Χριστός γεννᾶται δοξάσατε!

Ἐν Βενετίᾳ τῇ 25ῃ Δεκεμβρίου 2014

† Ὁ Μητροπολίτης

 

Ὁ Ἰταλίας καί Μελίτης Γεννάδιος

 

 

 

--------------------------------------------
ἈναγνωσθήτωἐπἐκκλησίαςπρὸτῆςἈπολύσεως, κατὰτήνΘείανΛειτουργίαντῶνΧριστουγέννων, τοῦΝέουἜτουςκαίτῶνΦώτων.

 

 

 
 


ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ
ΕΠΙ Τῼ ΑΓΙΩι ΠΑΣΧΑ

Ἀριθμ. Πρωτ. 425

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Χριστός Ἀνέστη!

            «Δεῦτε», ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ, «λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός» τοῦ Φαναρίου, τοῦ Ἱεροῦ Κέντρου τῶν Ὀρθοδόξων, καί δοξάσωμεν ὅλοι ὁμοῦ καί ἀπό κοινοῦ «Χριστόν τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».

Ζοφερά ἦτο ἡ ψυχική κατάστασις τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου μετά τήν Σταύρωσιν Αὐτοῦ, διότι διά τῆς δι᾿ αὐτῆς θανατώσεως τοῦ Κυρίου διελύθησαν αἱ ἐλπίδες τῶν μαθητῶν Του περί ἐπικρατήσεως Αὐτοῦ καί αὐτῶν ὡς πολιτικῆς ἐξουσίας. Εἶχον ἐκλάβει τήν θριαμβευτικήν εἴσοδον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τά Ἱεροσόλυμα, μετά τήν ἀνάστασιν τοῦ Λαζάρου καί τήν θαυματουργικήν τροφοδοσίαν πέντε χιλιάδων ἀνδρῶν, πλέον γυναικῶν καί παιδίων, διά πέντε ἄρτων καί δύο ἰχθύων, ὡς προανάκρουσμα τῆς κατακτήσεως ὑπ᾿ αὐτῶν κοσμικῆς ἐξουσίας. Ἡ μήτηρ δύο ἐξ αὐτῶν ὑπέβαλε μάλιστα τό αἴτημα ὅπως οἱ υἱοί αὐτῆς καθήσουν εἷς ἐκ δεξιῶν καί εἷς ἐξ εὐωνύμων τοῦ Κυρίου, ὅταν Οὗτος ἀναλάβῃ τήν ἐξουσίαν. Ὅλα αὐτά διελύθησαν ὡς παιδικαί φαντασίαι λόγῳ τοῦ φοβεροῦ πλήγματος τῆς θανατικῆς ἐκτελέσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Τήν πρωίαν, ὅμως, τῆς μιᾶς τῶν Σαββάτων αἱ Μυροφόροι εὗρον τόν τάφον κενόν καί ἤκουσαν παρά τοῦ Ἀγγέλου ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν. Μετ᾿ ὀλίγον δέ εἶδον Αὐτόν εἰς ἀλλοίαν κατάστασιν, μή ἐπιτρέπουσαν εἰς τάς Μυροφόρους νά Τόν ἀγγίξουν. Ἡ τοιαύτη ἀπροσδόκητος ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων προεκάλεσε τήν ἀπορίαν τῶν περί τόν Ἰησοῦν περί τῆς περαιτέρω ἐξελίξεως τῶν γεγονότων. Ἡ ἀπάντησις δέν ἐδόθη εἰς αὐτούς ἀμέσως. Εἰδοποιήθησαν νά ἀναμένουν μέ ὑπομονήν καί καρτερίαν μέχρις ὅτου ἐνδυθοῦν δύναμιν ἐξ ὕψους. Πειθαρχή-σαντες δέ εἰς τήν ἐντολήν, ἀνέμενον μέχρι τῆς Πεντηκοστῆς, ὅτε τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἐπελθόν, ἀπεκάλυψεν εἰς αὐτούς, ἐν πληρότητι, τήν νέαν ἀποστολήν των. Αὕτη δέν συνίστατο εἰς τήν ἀπελευθέρωσιν ἑνός ἔθνους ἀπό τῆς ὑποδουλώσεως εἰς ἄλλο ἔθνος, ἀλλά εἰς τήν ἀπελευθέρωσιν τῆς ἀνθρωπότητος ὅλης ἀπό τῆς ὑποδουλώσε-ως εἰς τόν ἄρχοντα τοῦ κακοῦ καί εἰς τό κακόν ἐν γένει. Μία ἄλλη μεγάλη ἀποστολή διαφορετική ἀπό ἐκείνην τήν ὁποίαν ὠνειρεύοντο.
Ἡ ἀσύλληπτος ἐντολή τῆς διαδόσεως τοῦ κηρύγματος τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τῆς δουλείας τοῦ θανάτου ἐξέπληξεν αὐτούς, ἀλλ᾿ ἀνελήφθη μετά ζήλου καί ἐκηρύχθη πανταχοῦ καί ἔσωσε καί σώζει πολλούς ἀπό τοῦ θανάτου. Ὑπάρχει ὁ πρωτότοκος τῶν νεκρῶν, ὁ ἀναστημένος Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος προσφέρει εἰς ὅλους τήν δυνατότητα τῆς ἀναστάσεως καί τῆς αἰωνίου ζωῆς, μιᾶς ζωῆς ἡ ὁποία δέν ὑπόκειται πλέον εἰς τήν φθοράν, διότι ἐν τῇ ἀναστάσει οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὡς οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἐν οὐρανῷ καί φέρουν σῶμα πνευματικόν ἀντί τοῦ σαρκικοῦ.
Πρόγευσιν αὐτῆς τῆς μακαρίας ἀναστασίμου καταστάσεως βιοῦμεν ἀπό τώρα, ὅταν φέρωμεν τό σάρκινον ἔνδυμά μας εἰς τρόπον ὥστε νά μή γευώμεθα τήν οὐσίαν τοῦ θανάτου, δηλαδή τήν ἀπομάκρυνσιν ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά αἰσθανώμεθα ὅτι μετέβημεν ἀπό τοῦ φυσικοῦ θανάτου τοῦ σαρκίνου σώματος εἰς τήν ἀνωτέραν ζωήν τοῦ πνευματικοῦ τοιούτου διά τῆς μετ᾿ ἀγάπης γνώσεως τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία γνῶσις ἰσοδυναμεῖ πρός τήν αἰώνιον ζωήν.
Δέν προσδοκῶμεν, λοιπόν, ἁπλῶς τήν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν ὡς ἕν γεγονός τοῦ ἀπωτάτου μέλλοντος ἀλλά μετέχομεν αὐτῆς ἀπό τοῦδε, ὥστε νά κραυγάζωμεν ἐνθουσιωδῶς μετά τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου: «Ποῦ σοῦ, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σοῦ, Ἅδη, τό νῖκος;». Συνανέστημεν μετά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ζῶμεν τά ἔσχατα ὡς παρόντα καί τά παρόντα ὡς ἔσχατα. Ἡ ἀνάστασις διαποτίζει τήν ὕπαρξιν ἡμῶν καί πληροῖ χαρᾶς αὐτήν. Ὡς ἐπλήσθη χαρᾶς τό στόμα τῶν μαθητῶν ἐν τῷ λέγειν ἀνέστη ὁ Κύριος.
Συνεχίζομεν τό ἔργον τῶν Ἀποστόλων. Μεταδίδομεν εἰς τόν κόσμον τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως. Κηρύσσομεν ἐν ἐπιγνώσει, ὅτι ὁ θάνατος δέν πρέπει νά ἔχῃ θέσιν εἰς τήν ζωήν μας, οὐδεμίαν ὠφέλειαν προσφέρει εἰς τήν ἀνθρωπότητα. Οἱ ἐπιδιώκοντες νά βελτιώσουν τήν κοινωνικήν ζωήν διά τοῦ θανάτου συνανθρώπων τινῶν αὐτῶν, δέν προσφέρουν ἀγαθήν ὑπηρεσίαν εἰς τούς ἐπιζῶντας. Ὑπηρετοῦν τήν ἐπέκτασιν τοῦ θανάτου καί προετοιμάζουν τήν ὑπ᾿ αὐτοῦ καταβρόχθισιν ἑαυτῶν.
Εἰς τάς ἡμέρας μας τά τύμπανα τοῦ θανάτου καί τοῦ σκότους ἠχοῦν μανιωδῶς. Μερικοί συνάνθρωποί μας πιστεύουν ὅτι ἡ ἐξόντωσις ἄλλων συνανθρώπων μας εἶναι πρᾶξις ἐπαινετή καί ὠφέλιμος, ἀλλά πλανῶνται οἰκτρῶς. Δυστυχῶς, ἡ ἐξουδένωσις καί καταπίεσις τῶν ἀσθενεστέρων ὑπό τῶν ἰσχυροτέρων ἐπικρατεῖ εἰς τήν κοσμικήν πυραμίδα τοῦ γίγνεσθαι. Συχνάκις ἐκπλήσσει ἡ σκληρότης καί ἔλλειψις εὐσπλαγχνίας τῶν κρατούντων τά ἡνία τοῦ κόσμου καί τῶν νομιζόντων ἐξουσιάζειν αὐτοῦ.
Ὁ Χριστός, ὅμως, διά τοῦ σταυρικοῦ θανάτου Αὐτοῦ ἀντέστρεψε τήν κοσμικήν πυραμίδα καί εἰς τήν κορυφήν αὐτῆς ἐτοποθέτησε τόν Σταυρόν Του. Εἰς τήν κορυφήν εὑρίσκεται ὁ Ἴδιος, ἐπειδή Αὐτός ἔπαθε πλεῖον πάντων τῶν ἀνθρώπων. Δέν ὑπῆρξεν ἄνθρωπος εἰς τόν κόσμον ὁ ὁποῖος ὑπέφερεν ὅσα ὑπέφερεν ὁ Θεάνθρωπος Χριστός: «Σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ». Διά τοῦτο ὁ Θεός Πατήρ «ἐχαρίσατο Αὐτῷ ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων» (Φιλιπ. β΄ 8-11).
Συχνάκις εἰς τήν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος βλέπομεν νά κυριαρχῇ τό σκότος τοῦ θανάτου, τό ἄδικον ἀντί τῆς δικαιοσύνης, τό μῖσος καί ὁ φθόνος ἀντί τῆς ἀγάπης, καί τούς ἀνθρώπους νά προτιμοῦν τό καταχθόνιον μῖσος ἀντί τοῦ φωτός τῆς Ἀναστάσεως. Παρά τήν φαινομενικήν τεχνολογικήν πρόοδον τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν, παρά τάς διακηρύξεις περί τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί τῶν θρησκευτικῶν ἐλευθεριῶν, τό ἐθνοφυλετικόν καί θρησκευτικόν μῖσος διογκοῦνται παγκοσμίως καί προκαλοῦν ἐπικινδύνους ἐντάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιτείνουν τήν κυριαρχίαν τοῦ βασιλείου τοῦ θανάτου, τοῦ Ἅδου, τῶν καταχθονίων. Οἱ ἄνθρωποι ἀτυχῶς δέν ἠμποροῦν νά ἀνεχθοῦν τήν διαφορετικότητα εἰς τόν συνάνθρωπόν των. Δέν ἠμποροῦν νά δεχθοῦν τήν διαφορετικήν φυλετικήν καταγωγήν τοῦ ἀνθρώπου, τάς διαφορετικάς ἀντιλήψεις καί πεποιθήσεις του, πολιτικάς, θρησκευτικάς, κοινωνικάς.
Ἡ ἱστορία, ὅμως, ἔχει ἀποδείξει ὅτι ἀληθινή πρόοδος δέν δύναται νά ὑπάρξῃ χωρίς Θεόν. Οὐδεμία κοινωνία δύναται νά εἶναι ἀληθῶς προοδευτική καί εὐδαίμων, ἐάν δέν ὑπάρχῃ ἐλευθερία. Ἀλλά ἡ ἀληθινή ἐλευθερία ἀποκτᾶται μόνον μέ τήν παραμονήν πλησίον τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἱστορία τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος ἐπιβεβαιοῖ τραγικῶς αὐτήν τήν ἀλήθειαν. Ἡ ἀνθρωπότης ἐγνώρισε τήν ἐκ τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης πηγάσασαν φρίκην μέ τά ἑκατομμύρια θυμάτων τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καί τῶν ρατσιστικῶν διωγμῶν. Ταὐτοχρόνως ὅμως ἔζησε καί τήν φρίκην τῶν δυνάμεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ὀνομάζουσαι ἑαυτάς προοδευτικάς, διέπραξαν ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας ἀναλόγου μεγέθους καί σκληρότητος ἐγκλήματα εἰς τήν Ἀνατολικήν Εὐρώπην. Οὕτω, λοιπόν, ὁ ὁλοκληρωτισμός δέν γνωρίζει πολιτικάς παρατάξεις, ὡς ἀπότοκος ἑνός ἀνθρωπισμοῦ ἄνευ Χριστοῦ, μέ φυσικήν ἀπόληξιν τόν ὄλεθρον καί τόν θάνατον. Πάντα ταῦτα βεβαιοῦν ὅτι πᾶσα προσπάθεια διά ἀληθινήν ἐλευθερίαν ἄνευ Θεοῦ εἶναι καταδικασμένη εἰς τραγῳδίαν.
Εἰς τήν κυριαρχίαν αὐτήν τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, ἡ Ἐκκλησία ἀπαντᾷ μέ τήν χάριν καί τήν δύναμιν τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Αὐτός, ὁ Ὁποῖος ἀνέλαβεν εἰς Ἑαυτόν τάς ἀσθενείας καί τά παθήματα ἑκάστου ἀνθρώπου, παρέχει εἰς τόν κόσμον διά τῆς Ἀναστάσεώς Του καί τήν βεβαιότητα ὅτι «νενίκηται ὁ θάνατος».
Ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή εἶναι δῶρον καί φῶς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖον «φαίνει πᾶσιν». Ἄς τιμήσωμεν ὅλοι τό δῶρον. Ἄς εὐχαριστήσωμεν οἱ πάντες τόν Δωρητήν, τόν «ὡς ἐν ἐσόπτρῳ διά σαρκός λάμψαντα τῷ κόσμῳ καί τό φῶς τῆς ἀναστάσεως τοῖς ἔθνεσι δείξαντα». Δεῦτε, λοιπόν, λάβωμεν φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός τῆς Ζωῆς. Δεῦτε, ἀποδεχθῶμεν καί ὑποδεχθῶμεν τήν δωρεάν τῆς ἀναστάσεως καί  ἀναφωνήσωμεν ἐκ καρδίας μεγαλοφώνως:
Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος! Χαίρετε λαοί καί ἀγαλλιᾶσθε!

 Φανάριον, Ἅγιον Πάσχα ,βιδ΄
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Χριστόν Ἀναστάντα                                                                                                
εὐχέτης πάντων ὑμῶν

 

----------------------------------------------

Ἀναγνωσθήτω ἐπ᾿ ἐκκλησίας κατά τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πάσχα, μετά τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον.


 

 

 
 


+ ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ
ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΛΙΤΗΣ
ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΣ ΝΟΤΙΟΥ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΙΕΡΩ ΚΛΗΡΩ ΚΑΙ ΤΩ ΕΥΣΕΒΕΙ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΜΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ

Τέκνα ἐν Κυρίῳ Ἀγαπητά,


Εἰς τήν Βενετίαν, τήν πόλιν τῶν ὀνείρων καί τῶν Δόγηδων, τήν πόλιν τῶν θαλασσομάχων καί τῶν κατακτήσεων, τήν πόλιν τῆς τέχνης καί τῆς ἔρευνας, τήν ἄλλοτε πρωτεύουσαν τῆς Repubblica Serenissima, τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως, φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, φῶς τῆς σωτηρίας, τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ, φωτίζει τό ἱεραποστολικόν καί πολιτιστικόν ἔργον τῆς Ὀρθοδόξου Μητροπόλεως Ίταλίας καί Μελίτης, τό ὁποῖον, τώρα, ἤνοιξε δρόμον ἐλεύθερον, ὁ ὁποῖος ἡγιάσθη καί ηὐλογήθη ἀπό τόν Θεόν, διά νά ὁδήγησῃ τό Ὀρθόδοξον τέκνον της νά φθάσῃ εἰς τήν «ἀνέσπερον Ἡμέραν τῆς Βασιλείας».


Ὅμως, ὁ ἄνθρωπος τῶν καιρῶν μας, ἐγωιστής, ἀδιάφορος, εὐθυνόφοβος καί προδότης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, παρακολουθεῖ ἀνίσχυρος καί ἀσυμβίβαστος, ἰδιοτελής καί κερδομανής, τούς θανατηφόρους πολέμους, τήν πεῖναν τῶν συνανθρώπων του, τάς καταστροφάς καί τό κλάμα τῶν πονεμένων.


Γενικά, ἡ ὡραιότης τοῦ κόσμου καταστρέφεται, ἐλλείψει σεβασμοῦ καί ἀγάπης πρός τήν δημιουργίαν τοῦ Θεοῦ, συγκεκριμένα πρός τόν ἄνθρωπον, τό περιβάλλον, λόγῳ ἀσυνεπείας καί ἀγνωμοσύνης πρός τόν Δημιουργόν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐδώρησε τήν θεϊκήν φῦσιν. Ἀλλά καί τό ἱστορικόν καί περίφημον «Editio Mediolanum» (Διάταγμα Μεδιολάνων), μετά ἀπό 17 αἰῶνας, μόνον εἰς θεωρίαν λειτουργεῖ, χωρίς νά ἀπολαμβάνῃ ὁ ἄνθρωπος τά θεοφρούρητα ἀγαθά τοῦ Διατάγματος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τήν θρησκευτικήν ἐλευθερίαν, τήν προσωπικότητα καί ἀξιοπρέπειάν του, τήν ὑπόληψιν καί τήν θεϊκήν του καταγωγήν.


Δυστυχῶς, ἡ τοιαύτη ἀσεβής συμπεριφορά καί διαγωγή τοῦ ἀνθρώπου ὁδηγεῖ αὐτόν εἰς μίαν πορείαν συγχύσεως καί ἀπραξίας, εἰς μίαν πορείαν ἀνώμαλον καί δυστυχισμένην, εἰς ἕνα τέλος ἀνησυχίας, ἀχρηστεύσεως καί αὐτοκτονίας. Τί θά γίνῃ ἀπέναντι εἰς αὐτά τά δεινά, τά ὁποῖα ἔχουν ἐκμηδενίσει τόν ἄνθρωπον καί τόν ἔχουν ἐξουθενώσει; Εἶναι τρανή ἀλήθεια ὅτι οὗτος δέν παράγει πλέον, δέν ἀποδίδει, δέν ἐπάταξε τήν ἀθλιότητα καί τήν διαφθοράν, εἶναι πνευματικά, ἠθικά καί ἀνθρώπινα ἄρρωστος, διότι ἀπεμακρύνθη ἀπό τόν Θεόν, διότι δέν ἁπλώνει τό χέρι του νά ἀγγίξῃ ἐκεῖνο τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον εἶναι πάντοτε ἕτοιμον νά τό ἀγκαλιάσῃ, νά τό ἐλευθερώσῃ καί νά τό σώσῃ.


Ἡ ὅλη σημερινή πνευματική ὑπόστασις τοῦ ἀνθρώπου τόν προδίδει καί τόν παρουσιάζει χωρίς ἀληθινήν πίστιν, προσευχήν καί ἀγάπην. Ἰδού τά τρία ἄφθαρτα καί ἀθάνατα Δῶρα - Ἀγαθά, ἡ Πίστις, ἡ Προσευχή καί ἡ Ἀγάπη, τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά βιώσῃ διά νά λύσῃ τά προβλήματα, τάς ἀνησυχίας καί τάς ἀμφιβολίας του καί τά ὁποῖα δωρίζει ὁ Ἀναστάς Χριστός μέ τήν Ἀνάστασίν Του: «Αὐτός γάρ ἐστίν ἡ ζωή, καί τό φῶς καί ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου».


Προσευχόμεθα, ὅλως ἰδιαιτέρως, κατά τάς ἁγίας καί ἱερωτάτας ἡμέρας τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου καί τῆς «Ἑορτῆς τῶν Ἑορτῶν» καί «Πανηγύρεως τῶν Πανηγύρεων», τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ ὑπέρ τῶν ἀσθενῶν, αἰχμαλώτων, φυλακισμένων, ὑπέρ πάντων τῶν ἐχόντων ἀνάγκην. Προσευχόμεθα ἐν κατανύξει καί εὐλαβείᾳ πολλῇ ὑπέρ τῶν Μεταναστῶν, Ὀρθοδόξων καί μή, καί δεόμεθα ὑπέρ αὐτῶν τῷ Ἀναστάντι Χριστῷ. Χαιρετίζομεν μέ τόν Πασχάλιον Χαιρετισμόν «Χριστός Ἀνέστη» ὅλους τούς Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπους τῶν ἄλλων κατά Τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τούς Ἐκπροσώπους αὐτῶν καί ὅλους τούς Ὀρθοδόξους ἀδελφούς μας καί εὐχόμεθα ἐγκαρδίως εἰς αὐτούς.


Ἡ Ὀρθόδοξος Μητρόπολις Ἰταλίας καί Μελίτης, μέ ὑψωμένην τήν ἀναστάσιμην λαμπάδα της, καλεῖ ὅλα τά τέκνα της, ὅλους τούς φίλους της, κάθε ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως, διά τούς ὁποίους προσεύχεται καί ἀγαπᾷ καί ἀναμένει πάντοτε εἰς τήν πατρικήν καί ἀδελφικήν ἀγκαλιά της ψάλλουσα μέ ἀγαλλίασιν καί βυζαντινήν μεγαλοπρέπειαν: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, ἀπό τήν δύναμιν τῆς πίστεως, ἀπό τήν θεϊκήν ἐπικοινωνίαν, ἀπό τήν ἀγάπην, ἡ ὁποία εἶναι Αὐτός ὁ Θεός. Χριστός Ἀνέστη! Ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθώμεν, χαίροντες χαράν μεγάλην σφόδρα»!


Θεοτίμητον Ποίμνιον τῆς Μητροπόλεως Ἰταλίας καί Μελίτης, χαίρε ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι τῷ Σωτῆρι ἡμῶν!


Θεοστήρικτε Κλῆρε καί Λαέ τοῦ Θεοῦ, μετά τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ πατρός τῆς ἀγάπης, τοῦ διαλόγου, τῆς φιλανθρωπίας καί τῆς ἑνότητος, εἴπωμεν: «Ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες, Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν Ἄγγελοι, Ἀνέστη Χριστός καί ζωή πολιτεύεται, Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδεῖς ἐπί μνήματος. Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν»

Ἐν Βενετίᾳ Πάσχα 2014


† Ὁ Μητροπολίτης
Ὁ Ἰταλίας καί Μελίτης Γεννάδιος


 

Ὁ Μητροπολίτης Ἰταλίας καί Μελίτης
Γεννάδιος


 

 

 
 


Ἀριθμ. Πρωτ. 138

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

«Ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν ἡμέρα σωτηρίας»·
(Β' Κορ. 6, 2-3)

Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας, μᾶς συνιστᾷ αὐτήν τήν περίοδον νά στρέψωμεν τό ἐνδιαφέρον μας πρός τήν ἀληθινήν μετάνοιαν, «τό χωνευτήριον τῆς ἁμαρτίας», κατά τόν Ἱερόν Χρυσόστομον. Ἡ μετάνοια εἶναι τό πρῶτον θέμα τοῦ κηρύγματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ πεμπτουσία τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας.  Εἶναι τό καθημερινόν προσκλητήριον τῆς Ἐκκλησίας πρός ὅλους μας.

Παρά ταῦτα, πολλοί τῶν χριστιανῶν δέν ἔχομεν βιώσει πραγματικῶς τήν μετάνοιαν. Ἐνίοτε δέ θεωροῦμεν αὐτήν ὡς μή ἀφορῶσαν εἰς ἕκαστον ἐξ ἡμῶν, διότι δέν ἐρχόμεθα εἰς ἑαυτούς, δέν συνερχόμεθα καί δέν συναισθανόμεθα ὅτι ἔχομεν ὑποπέσει εἰς ποιάν τινα ἁμαρτίαν. Ἀλλ᾿ ὡς διδάσκει ὁ ἔμπειρος τῆς πνευματικῆς ζωῆς Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος καί δογματίζουν ἐμπειρικῶς οἱ πλεῖστοι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, «ἡ μετάνοια εἶναι ἀπαραίτητος καί εἰς τούς τελείους». Καί τοῦτο διότι μετάνοια δέν εἶναι μόνον ἡ μεταμέλεια διά τάς ἁμαρτίας μας καί ἡ συνακόλουθος ἀπόφασις νά μή ἐπαναλάβωμεν αὐτάς ἀλλά καί ἡ ἀλλαγή τῶν ἀντιλήψεών μας πρός τό ἀγαθώτερον, ὥστε νά ἐπέρχεται μία διαρκής βελτίωσις τῶν ἀντιλήψεών μας περί τοῦ Θεοῦ καί τοῦ κόσμου, αὔξησις τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπεινώσεως, τῆς καθάρσεως καί τῆς εἰρήνης.

Ὑπ᾿ αὐτήν τήν ἔννοιαν ἡ μετάνοια εἶναι πορεία ἀτελεύτητος πρός τήν τελειότητα τοῦ Θεοῦ, πρός τήν ὁποίαν ὀφείλομεν νά τείνωμεν καί νά κινούμεθα συνεχῶς. Ἐπειδή δέ ἡ τελειότης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄπειρος, ἡ πορεία μας πρός τό καθ᾿  ὁμοίωσιν αὐτῆς εἶναι ἐπίσης ἄπειρος καί ἀτελεύτητος. Πάντοτε ὑπάρχει ἐπίπεδον τελειότητος ἀνώτερον ἐκείνου εἰς τό ὁποῖον εὑρισκόμεθα ἑκάστοτε καί διά τοῦτο πάντοτε πρέπει νά ἐπιζητοῦμεν τήν πρόοδόν μας τήν πνευματικήν καί τήν μεταμόρφωσίν μας, ὡς προτρέπει καί ὁ μέχρι τρίτου οὐρανοῦ ἀναβάς καί θεασάμενος μυστήρια ἄρρητα Ἀπόστολος Παῦλος, γράφων: «Ἡμεῖς δέ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τήν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τήν αὐτήν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπό δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπό Κυρίου Πνεύματος». (Β' Κορ. 3, 18).

Ὅσον καθαίρεται ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος, ὅσον περισσότερον καθαρίζεται ὁ πνευματικός ὀφθαλμός μας, τόσον καθαρώτερον βλέπομεν τόν ἑαυτόν μας καί τά πάντα καί αὐτή ἡ ἀλλαγή, αὐτή ἡ βελτίωσις τῆς θεάσεως τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου καί τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ ἑαυτοῦ μας, συνιστᾷ μετάνοιαν, μίαν δηλονότι νεωτέραν καί βελτιωμένην κατάστασιν τοῦ πνεύματός μας, ἐκείνης εἰς τήν ὁποίαν εὑρισκόμεθα μέχρι τοῦδε. Ὑπ᾿ αὐτήν τήν ἔννοιαν, ἡ μετάνοια εἶναι ἡ βασική προϋπόθεσις τῆς πνευματικῆς προόδου καί τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ καθ᾿  ὁμοίωσιν πρός τόν Θεόν τῆς ὑπάρξεώς μας.

Ἡ μετάνοια, βεβαίως, διά νά εἶναι πραγματική, πρέπει νά συνοδεύεται καί ἀπό ἀναλόγους καρπούς, ἰδίᾳ δέ ἀπό τήν συγχώρησιν τῶν συνανθρώπων μας καί τήν πρός αὐτούς ἀγαθοεργίαν. Ἡ ἐξ ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπον κίνησις τῆς καρδίας μας πρός τήν ἀποδοχήν αὐτοῦ καί τήν κατά τό ἐφικτόν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν του, ἀποτελεῖ βασικόν στοιχεῖον τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας. Ἡ ὁδός, ἄλλωστε, τῆς μετανοίας εἶναι ἁμαρτημάτων κατάγνωσις καί ἐξομολόγησις αὐτῶν, τό μή μνησικακεῖν, εὐχή ζέουσα καί ἀκριβής, ἐλεημοσύνη, ταπείνωσις, ἀγάπη πρός πάντας, νίκη τοῦ καλοῦ ἐπί τοῦ κακοῦ, ἀποφυγή κενοδοξίας καί ματαίας ἐπάρσεως, μαραινομένης αὐστοστιγμεί.

Τήν ἐντός τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς πάλην τῆς μετανοίας ἀποκαλύπτει «τοῦ τελώνου καί τοῦ φαρισαίου τό διάφορον....» καί καλεῖ ἡμᾶς πάντας νά «μισήσωμεν τοῦ μέν τήν ὑπερήφανον φωνήν, τοῦ δέ νά ζηλώσωμεν τήν εὐκατάνυκτον εὐχήν», προσευχόμενοι ἐκτενῶς μετά δακρύων «ὁ Θεός ἱλάσθητι ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς καί ἐλέησον ἡμᾶς».

Ἡ ἀρχομένη περίοδος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς προσφέρεται, ἐν μέσῳ τῆς ἐκτεταμένης ἐπί παγκοσμίου ἐπιπέδου οἰκονομικῆς κρίσεως, διά τήν ἐκδήλωσιν τῆς ὑλικῆς καί πνευματικῆς βοηθείας μας πρός τόν συνάνθρωπον. Οὕτως ἐνεργοῦντες φιλανθρώπως καί ἐκδηλώνοντες ἐμπράκτως τήν μεταστροφήν μας, ἀπό τήν μέχρι τοῦδε ἀτομικιστικήν ἀντιμετώπισιν φαρισαϊκῶς τῆς ζωῆς πρός μίαν συλλογικήν καί ἀλτρουϊστικήν τελωνικήν ἀντιμετώπισιν αὐτῆς, θά ἔχωμεν πραγματοποιήσει μεγάλην καί ὠφελιμωτάτην μετάνοιαν καί ἀλλαγήν τοῦ τρόπου τῆς ἀτομοκεντρικῆς ἀντιλήψεως καί θά ἔχωμεν βιώσει τήν μετάνοιαν ὡς πρός μίαν κεφαλαιώδη καί ἐσφαλμένην στάσιν ζωῆς διά τῆς μεταβάσεως ἀπό τήν ἀμαρτίαν τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ καί τῆς κενοδοξίας εἰς τήν ἀρετήν τῆς φιλαλληλίας, «ζηλοῦντες τοῦ τελώνου καλῶς τήν ἠλεημένην ταπείνωσιν καί γνώμην».
 
Ἀπό τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ κήρυκος καί ἐμπειρικοῦ διδασκάλου τῆς μετανοίας, εἰσερχόμενοι εἰς τήν σωτηριώδη ταύτην περίοδον τῆς καθάρσεως καρδίας καί πνεύματος, ἵνα ὑποδεχθῶμεν τό Πάθος, τόν Σταυρόν, τήν Ταφήν καί τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν, οὐχί συμβόλοις καί λόγοις μόνον, ἀλλά ἐμπράκτως καί βιωματικῶς, μετ᾿ αὐτοῦ διαχρονικῶς προτρεπόμεθα καί παρακαλοῦμεν καί ἱκετεύομεν καί ἡμεῖς ὁ ἐν τοῖς διαδόχοις αὐτοῦ ἐλάχιστος: «τῆς μετανοίας ἐστί, τό καινούς γενομένους, εἶτα παλαιωθέντας ὑπό τῶν ἁμαρτημάτων, ἀπαλλάξαι τῆς παλαιότητος καί καινούς ἐργάσασθαι...ἐκεῖ γάρ τό ὅλον ἡ Χάρις ἦν».

Ἰδού, λοιπόν, ἀδελφοί καί τέκνα, ἠνέωκται ἐνώπιον ἡμῶν καιρός εὐπρόσδεκτος «τοῦ λυπεῖσθαι» καί  στάδιον ἀνανήψεως καί ἀσκήσεως ἵνα, «πρίν ἤ διαλυθῆναι τό θέατρον φροντίσωμεν τῆς ἡμῶν σωτηρίας», ἐν ἀληθεῖ καί βιωματικῇ καρδιακῇ μετανοίᾳ ἐφ᾿ οἷς «ἡμάρτομεν, ἠνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν...οὐδέ συνετηρήσαμεν, οὐδέ ἐποιήσαμεν, καθώς ἐνετείλατο» ἡμῖν ὁ Κύριος, ἵνα «φείσηται ἡμῶν ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν» Χριστός ὁ Θεός, κατά τό μέγα Αὐτοῦ καί ἀνεξιχνίαστον Ἔλεος, Οὗ ἡ σωτήριος Χάρις εἴη μετά πάντων.

Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ,βιδ´
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν


 

 

 

 



 

 

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ PDF
Κάνετε δεξί κλίκ και διαλέξτε "Save Target" για να κατεβάσετε το pdf στο κομπιούτερ σας, ή
αρισατερό κλίκ για να δείτε το PDF εδώ.

 

Η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

La Divina Liturgia di San Giovanni Crisostomo

Divine Litourgy of Saint John Chrysostomos

 

 

 



   


Οι σελίδες αυτές σχεδιάζονται και συντηρούνται από την thinkworks.com
Δέηση υπέρ αναπαύσεως Κώστα και Χριστίνας Σιβύλλη, 1934-2007